Σάντυ Τσαντάκη

Η ζωή μου σε 725 λέξεις

Δεν έχω ιδέα από ζώδια αλλά ως Ψάρι με ωροσκόπο Σκορπιό ζω μάλλον στα σύννεφα με ένα πόδι εκτός. Είμαι δημοσιογράφος. Αυτό ξέρω να κάνω, χρόνια τώρα, να βλέπω, να παρατηρώ, να σημειώνω, να συναντώ ανθρώπους, μου αρέσει να πηγαίνω σε παραστάσεις, να γράφω ύστερα γι’αυτές, να ακούω μουσική και να την κρίνω, να παίζω με τη μόδα και να την αποδομώ, να ακούω, να καταγράφω, να γράφω με τυφλό σύστημα στο Mac μου και να μην προλαβαίνω να διαβάσω τις σκέψεις μου. 

Γεννήθηκα στην Αθήνα, με δύο φανταστικούς γονείς, γιατρό και φιλόλογο και μια πιο φανταστική αδερφή, δικηγόρο, βουδίστρια, ψυχή της παρέας, όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά. Οικογένεια Τσαντάκη. Κι αργότερα έγινα κι εγώ μαμά, και απέκτησα δυο μαγικές κόρες που μεγαλώνουμε μαζί κι εγώ μικραίνω. Ψηλώνουν κάθε μέρα κι εγώ αλλάζω ανάλογα τακούνια και πλατφόρμες. Χορεύουμε, ταξιδεύουμε, τραγουδάμε, μαγειρεύουμε, διαβάζουμε, γυρίζουμε video-clips, περπατάμε, πηγαίνουμε θέατρο, σινεμά, για κηπουρική, φωνάζουμε, ουρλιάζουμε, χοροπηδάμε, τσιμπιόμαστε, αγκαλιαζόμαστε, κολυμπάμε, ζωγραφίζουμε, ανακαλύπτουμε τον κόσμο μαζί. Το καλοκαίρι του 2013 προστέθηκε στην παρέα ο κύριος Μποφόρ, ο τρυφερός γάτος από την ψαραγορά των Σπετσών. «Πρώτη Μποφόρ!», φωνάζουν τα κορίτσια κάθε φορά που επιστρέφουμε σπίτι, με την αγωνία για το ποια θα τον πάρει πρώτη αγκαλιά.

Εγώ πάλι μεγάλωσα με σκυλιά στο σπίτι. Τον Βρούτο και μετά τον Σλόμπονταν. Από γάτους δεν είχα ιδέα. Τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Τα παιδικά μου χρόνια; Με εξώφυλλα της Vogue και του Harper's Bazaar, κολλημένα στο ταβάνι. Δεν έβλεπες τοίχο. Μια μέρα που κοιμόμουνα κατέρρευσαν όλα τα τοπ μοντέλα στο κεφάλι μου για να γίνουν χάρτινο πάπλωμα. Και καθρέφτες αντίκες με χρυσές κορνίζες και γκράφιτι με δικά μου συνθήματα. Αλλαξα τέσσερα ιδιωτικά σχολεία, αποφοίτησα από τη Σχολή Μωραϊτη, σπούδασα στο Λονδίνο δημοσιογραφία, στο London College of Printing του London Institute, στην ίδια ομπρέλα με το Central Saint Martins.

Εκεί γνώρισα τη Μελίνα Μερκούρη, όταν ακόμη ήμουνα μαθητευόμενη στην κυπριακή εφημερίδα Parikiaki, στο BBC World Service και στην ελληνική έκδοση του Marie Claire, άρχισα να γράφω κριτικές εστιατορίου στο Λονδίνο, να συναντώ ανθρώπους με το recorder μου. Μόλις επέστρεψα στην Ελλάδα, καλοκαίρι του 1992, άρχισα να δουλεύω στην Καθημερινή, γιατί με είχαν συμβουλέψει ότι θα έλειπαν όλοι με άδειες και θα είχα την ευκαιρία να φανεί η υπογραφή μου (και η ματιά μου). Εγραψα ένα θέμα για πυρκαγιές που έγινε πρωτοσέλιδο, ακούστηκε το όνομα μου στη σύσκεψη, μπήκαν τα αρχικά μου στο θέμα και τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου μπήκα στο μισθολόγιο.

Photograph: Ioanna Angelakis

Photograph: Ioanna Angelakis

Η Καθημερινή ήταν η μόνιμη μου σχέση, ο έρωτας μου, και δεν της έκανα απιστίες. Παρέμεινα εκεί, στη δεύτερη οικογένεια μου, για 20 χρόνια μέχρι να νιώσω ότι έπρεπε να ανοίξω τα φτερά μου για κάτι καινούργιο. Παράλληλα, έκανα και άλλες …φιλίες. Γνώρισα περιοδικά, τηλεοπτικούς σταθμούς, ραδιοφωνικούς, ιστοσελίδες. Μarie Claire, Harper’s Bazaar, Madame Figaro, Officiel, Γυναίκα, Vogue, ως αρχισυντάκτρια μόδας για έξι χρόνια. Η Vogue; Σχολείο. Πανεπιστήμιο. Τρελοκομείο με την καλή έννοια.

Όπως και η ΕΡΤ, το Mega, το Seven X. Στο Seven X έβαλα την υπογραφή μου και όλη μου την ενέργεια σε 100 εκπομπές, για τρία χρόνια, με «Ντεμοντέ» περιτύλιγμα και περιεχόμενο. Μίλησα για στιλ και στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ. Όταν ξεκίνησε η τηλεόραση του ΣΚΑΪ, μου ζητήθηκε να αναλάβω το αισθητικό κομμάτι, να προτείνω στους παρουσιαστές, τις παρουσιάστριες, τους ρεπόρτερ, πως να είναι τα μαλλιά τους, πως να ντύνονται, πως θα πρέπει να είναι η εικόνα τους. Το διασκέδασα πολύ, ειδικά όταν έλεγα στις γυναίκες να αποφεύγουν τα κοσμήματα και τις μπούκλες, και στους άνδρες, τα ζαλιστικά καρό και τις γραβάτες με ήρωες του Ντίσνεϊ. 

Μέσα σε αυτή τη διαδρομή συνάντησα τον Κλιντ Ίστγουντ, τον Πίτερ Ουστίνοφ, την Τζέιν Μπίρκιν, τη Μαριάν Φέιθφουλ, τον Μιχαήλ Μπαρίζνικοφ, τον Ραλφ Λόρεν, την Βίβιεν Γουέστγουντ, ανθρώπους σούπερ σταρ, Έλληνες και ξένους, διάσημους, εγωκεντρικούς, φωτογενείς, με ακτινοβολία και χαμόγελο Colgate... Δεν ήταν όλοι συμπαθείς. Άλλοι με κέρδισαν και άλλοι με απογοήτευσαν. Δεν το έδειξα, ούτε το έγραψα. Ίσως να το δοκιμάσω τώρα, γιατί με έχει κουράσει το ρετούς στο πρόσωπο και στην ουσία.

Τι κάνω σήμερα; Χορεύω πολύ, γελάω πιο πολύ, γυμνάζομαι, προσπαθώ να τρέφομαι πιο υγιεινά, ταξιδεύω εντός και εκτός. Και γράφω. Τα δάχτυλα μου έχουν προσαρμοστεί ακόμη και στην οθόνη του κινητού μου για να μην χάνω στιγμή. Γιατί ειδικά πάνω στα σύννεφα το Wifi είναι ο καλύτερος μου φίλος. Mετά τον κύριο Μποφόρ.