• ABOUT
  • CONNECTIONS
  • INTERVIEWS
  • LIFESTYLE
  • RECIPES
  • VIDEOS
  • CONTACT
Menu

Sandy Tsantaki

Street Address
Athens
Phone Number

Sandy Tsantaki

  • ABOUT
  • CONNECTIONS
  • INTERVIEWS
  • LIFESTYLE
  • RECIPES
  • VIDEOS
  • CONTACT

Phoebe Philo: «Το να φοράς γούνα το θεωρώ απάνθρωπο»

February 12, 2015 Sandy Tsantaki

Είτε της αρέσει, είτε όχι, είναι περιζήτητη. Και θα είναι. Δεν θα μπορούσε να υπάρχει λοιπόν καλύτερο timing για μια συνομιλία μαζί της. Και η ίδια δεν μπορεί καλά-καλά να πιστέψει την τύχη της. Ούτε την τεράστια επιτυχία της τελευταίας της συλλογής, και καμπάνιας, για τον οίκο Celine, μιας σέξι συλλογής πάνω από όλα.

Της λέω πόσο δημοφιλής είναι στην Ελλάδα. Της δίνεται έτσι η ευκαιρία να πει πόσο της αρέσει να ταξιδεύει. «Ο κόσμος περνάει μέσα από τα μάτια μου. Λειτουργώ σαν σφουγγάρι. Απορροφώ οτιδήποτε βλέπω. Στιλ για μένα μπορεί να είναι οτιδήποτε. Σχεδιάζω πάντα για τον εαυτό μου, τις φίλες μου και για μία φανταστική πελάτισσα».

Τι άλλο ξέρω για την ίδια; Εκτός από το ότι είναι η διάδοχος της θρόνου; Ότι είναι Αγγλίδα, μεσοαστή, ζει στο Notting Hill, οδηγεί μία παλιά Jaguar, έχει τρία παιδιά, μια κόρη και δυο γιους, εμπνέεται από το Λονδίνο (τα μουσεία, τον δρόμο, την μουσική, τις βιβλιοθήκες, όπως λέει), λατρεύει την σύγχρονη τέχνη, οι δημοσιογράφοι την έχουν χαρακτηρίσει  «βασίλισσα του cool», είναι χορτοφάγος, απρόβλεπτη, εκλεκτική, εργασιομανής, εξαιρετικά φιλόδοξη.

Είναι δημιουργική χωρίς να ξεχνάει τους κανόνες της εμπορικότητας. «Μπορείς να κάνεις τις τρέλες σου και να ξεδίνεις αλλά κάποια στιγμή πρέπει να θυμάσαι ότι τα ρούχα γεννιούνται για να πουληθούν και να φορεθούν και όχι για να κάνεις το κέφι σου, αναπαράγοντας παρανοϊκές ή ακραίες τάσεις».

Σχεδιάζει πάντα με γνώμονα τι θα ήθελε να φορέσει η ίδια. Θυμάμαι όταν την είχα συναντήσει στο Λονδίνο με μαλλιά ράστα και κρίκους παντού, ακόμη και στα νύχια της. Είχε κι ένα χρυσό δόντι. Τίποτα δεν θυμίζει πλέον την Phoebe του παρελθόντος. Φοράει αποκλειστικά σχεδόν τα ρούχα που σχεδιάζει, έμαθε πλέον να στήνεται μπροστά στο φακό και να αντιμετωπίζει επιθετικά τη δημοσιότητα. «Και χρυσά δόντια είχα και εξαιρετικά μακριά νύχια αλλά δεν θα πρέπει να ξεχνάτε ότι είμαι απλώς ένα κορίτσι που μεγαλώνει. Περνάω διαφορετικές φάσεις. Όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Προσωπικά νιώθω ότι έχω προχωρήσει πολύ».

Την τρομάζει ιδέα ότι μπορεί να πάει σε μια παμπ και όλοι να την αναγνωρίζουν. Αρκείται να πει: «Πιστεύω ότι το κυρίαρχο προτέρημα μου είναι το ταλέντο μου. Ναι είμαι ντροπαλή. Ναι είμαι διαφορετική».Τα σενάρια για ίντριγκες και μαλλιοτραβήγματα έχουν ξεπεράσει κάθε όριο φαντασίας. Μου εκμυστηρεύεται ότι θα ήθελε να βάλει την υπογραφή της στα πάντα: Από εσώρουχα, μαγιό και αρώματα μέχρι πιο προσιτές συλλογές. «Στην γούνα μπορώ να αντισταθώ. Το να φοράς γούνα το θεωρώ απάνθρωπο».

Το μεγαλύτερο της όνειρο; «Να σχεδιάσω ένα φόρεμα που θα κάνει όλο τον κόσμο να γυρίσει να το κοιτάξει. Οι περισσότερες γυναίκες γι’ αυτό δεν επενδύουν στη μόδα; Για να γίνονται το επίκεντρο του ενδιαφέροντος, όπου κι αν βρίσκονται». Κι αν το πετύχει; Τι δώρο θα κάνει στον εαυτό της; Μήπως μια ολοκαίνουργια Jaguar; «Όχι. Θα προτιμήσω ένα Aston Martin!» 

Comment

Μanolo Blahnik: «Αν μπορούσα θα έβαζα βόμβα στο Σύνταγμα»

February 10, 2015 Sandy Tsantaki

Η πρώτη φορά που συνάντησα τον Manolo Blahnik ήταν πριν από μια δεκαετία και, στο London Fashion Week. Του είχα κάνει συνέντευξη εκεί, ανάμεσα στις επιδείξεις, στις τέντες στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Λονδίνου. Όταν του το είπα, χρόνια μετά, μου είπε ότι με θυμόταν. «Δυσκολεύομαι με τα ονόματα. Αλλά πρόσωπα δεν ξεχνάω ποτέ. Θυμάμαι πολύ καλά το πρόσωπο σου. Ιδιωτικός ντετέκτιβ έπρεπε να έχω γίνει.» 

Δεν έγινε όμως… Στην αρχή της συνέντευξης μας στην Αθήνα, στο roof garden του ξενοδοχείου King George, του είπα μια ακόμη ιστορία. Για την ημέρα που αγόρασα το πρώτο μου ζευγάρι Μανόλο, και πάλι πριν από χρόνια, στο Παρίσι, λίγη ώρα προτού συναντήσω τον Clint Eastwood για συνέντευξη στο Plaza Hotel, απέναντι ακριβώς από το ξενοδοχείο, στο Joseph, εκεί όπου πουλούσαν (τότε) Μανόλο Μπλάνικ. 

Είναι η στιγμή που κολακεύεται, προσέχει τα παπούτσια που φοράω. Κάτι του θυμίζουν… «Ήταν από τα πρώτα σχέδια που είχα κάνει στη δεκαετία του '70 για τον Οσι Κλαρκ. Όχι όμως από λάστιχο. Έχουμε το σχέδιο στο βιβλίο (Manolo Blahnik drawings. Eισαγωγή Άννα Γουίντουρ. Eκδ. Thames&Hudson). Είναι πανέμορφα». Όταν του εξηγώ ότι τα σχεδίασε ο Sergio Rossi για την Puma, λέει: «Αχ αυτός, ο Sergio Rossi. Δεν σέβεται τίποτα». Κάνει σαν παιδί. Μιλάει, γκρινιάζει για την ακρίβεια, για τη διαδήλωση που γινόταν στο Σύνταγμα. «Τους φώναξα «σκάστε». Αλλά κανείς δεν με άκουσε». Κι αμέσως μετά: «Μπορώ να βγάλω το σακάκι μου γιατί βράζει εδώ μέσα»; 

Μου λέει ότι αποφεύγει να δίνει συνεντεύξεις «ζωντανά» γιατί λέει ότι έχει στο μυαλό του και συχνά βρίσκει τον μπελά του. Αυτός είναι ο 70χρονος Μανόλο Μπλάνικ ένα παιδί από την χώρα του Ποτέ, που δεν θέλησε ποτέ να μεγαλώσει, άνθρωπος ξεχωριστός, με βαθειά κουλτούρα, καμία διάθεση εντυπωσιασμού, κάποιος που θα ήθελες να είναι φίλος σου. Κυρίως γιατί έχει απίστευτη αίσθηση του χιούμορ. 

Πετάγεται από το ένα θέμα στο άλλο. Έχει πει ότι τα ταξίδια τον κουράζουν όσο τίποτα άλλο. Όταν περιμένει να ετοιμαστεί ένα δείγμα, χάνει τον ύπνο του. Ακόμη. Λέει πως δεν έχει φτιάξει ακόμη το τέλειο παπούτσι… Δεν σταματάει να μιλάει. Και να γελάει. Έχει απίστευτη αίσθηση του στιλ. «Φοράω αυτά τα παπούτσια. Επειδή δεν θα βγούμε έξω. (Είναι σαν παντόφλες). Τα έχω σε κάθε φρικτή απόχρωση. Μπλε, πράσινα, πορτοκαλί, γκρίζο, βιολετί. Αν και το τελευταίο είναι λίγο χρώμα νεκροταφείου. Έκαναν λάθος στο χρώμα. Αλλά τα λατρεύω. Γιατί είναι παπούτσια για ματαντόρ, για ταυρομάχους. Και για τζέντλεμαν του 18ου αιώνα.»

Εμπνέεται από τον Rubens και τη Μήδεια. Τη γλυπτική και την αρχιτεκτονική. Για να αγοράσεις κάτι δικό του πρέπει να είσαι προετοιμασμένος να διαθέσεις το λιγότερο 500 ευρώ. Για ένα ζευγάρι χειροποίητα παπούτσια. «Αν τα παπούτσια μου δεν ήταν τόσο αναπαυτικά, κανείς δεν θα τα αγόραζε. Νιώθω όμως άσχημα. Ειδικά όταν ξέρω τι γίνεται με τις τράπεζες και την κρίση… Κι ύστερα βλέπεις τις ουρές έξω από το κατάστημα μου και τις απίστευτες λίστες αναμονής για να βρουν τις γόβες που φορούσε η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ ή η Κέιτ Μος».

Η οικονομική κρίση δεν φαίνεται να τον έχει χτυπήσει. Ίσως γιατί δεν παράγει μόδα με ημερομηνία λήξεως. Τα μαγαζιά του θυμίζουν γκουρμέ ζαχαροπλαστείο. Θέλεις να καταναλώσεις ό,τι βρίσκεται μέσα. Εδώ και χρόνια έπασχε από ξενοφοβία. Κανείς δεν μπορούσε να τον πείσει να ανοίξει μπουτίκ Μπλάνικ και εκτός Λονδίνου. Πώς αποφασίζει που θέλει να φτιάξει την επόμενη βιτρίνα του εκτός συνόρων; «Πρέπει να δω τους ανθρώπους. Κι εγώ και η αδερφή μου. Και να αποφασίσουμε αν μας αρέσουν. Δεν νοιάζομαι για τα λεφτά, δεν νοιάζομαι για άλλα πράγματα, μόνο οι άνθρωποι με ενδιαφέρουν. Είναι τόσο απλό».

Κουτσομπολεύει διακριτικά. Λέει ότι υπήρξαν περιπτώσεις που δεν υπήρχε χημεία και είπε όχι. Γύρισε την πλάτη στους ενδιαφερόμενους και έφυγε. Δεν εξαγοράστηκε ποτέ, ούτε σκοπεύει να πουλήσει όπως λέει τη μικρή του οικογενειακή επιχείρηση σε κανέναν κολοσσό της μόδας. Ξαφνικά θυμάται ένα εξώφυλλο της αμερικανικής Vogue με τις πρωταγωνίστριες της ταινίας Nine. «Οι άνθρωποι κάνουν αυτά τα πράγματα και αλλάζουν. Είδα την Νικόλ Κίντμαν στο εξώφυλλο της Vogue, και τρόμαξα. Ακόμη και η Σοφία Λόρεν ήταν υπέροχη, αλλά η Κίντμαν δεν έχει πια το πρόσωπο της. Πώς τα κάνουν αυτά τα λίφτινγκ στα πρόσωπα τους; »

Ο Μανόλο Μπλάνικ αστειεύεται τώρα με την φωτογράφο μας. «Σας παρακαλώ πολύ να με «φτιάξετε». Βάλτε με στο photo shop. Eίμαι τόσο κουρασμένος. Αλλάξτε μου το κεφάλι». Δεν το εννοεί φυσικά. Ξέρει να στήνεται υπέροχα στον φακό, θαυμάζει την Ακρόπολη, μιλάει για το Μουσείο της Ακρόπολης («σου κόβει την ανάσα»), γίνεται έξαλλος με τις πολυκατοικίες που βλέπει τριγύρω στο Σύνταγμα. «Δεν είμαι βίαιος σαν άνθρωπος. Αλλά αν μπορούσα θα έβαζα βόμβα».

Έχει πλάκα όταν εκρήγνυται. Έχει δική του προφορά, είναι μισός Τσέχος, μισό Ισπανός. Πηγαίνει στην εκκλησία. Όταν βρίσκεται στη Ρώμη (για δουλειά) πηγαίνει σε όλες τις εκκλησίες. Παρατηρεί τον κόσμο στον δρόμο. Αν σιχαίνεται κάτι; «Τις πλατφόρμες. Τις βρίσκω αποκρουστικές. Ή τα άλλα που βγαίνει το νύχι μπροστά. Μου αρέσουν οι πλατφόρμες με τα μακριά φορέματα, όπως τις φορούσαν οι γυναίκες στη δεκαετία του '70. Δεν φαινόντουσαν. Ήσουνα πανύψηλη. Περπατούσες περίεργα. Αλλά τώρα με τις κοντές φούστες...»

Έχει να πάει διακοπές 20 χρόνια. Υπογράφει παπούτσια σαν συγγραφέας. Στο παρελθόν μία κυρία του ζήτησε να υπογράψει στο πόδι της. Δυο ώρες μετά επέστρεψε με τατουάζ. Στην Αμερική, ειδικά μετά την επιτυχία του «Sex and the city», θεωρείται τόσο διάσημος, όπως και η Μαντόνα. Όμως για εκείνον κάτι τέτοιο δεν αποτέλεσε ποτέ στοίχημα ζωής. «Δεν είμαι σταρ του σινεμά, ούτε ποδοσφαιριστής. Κάνω απλώς αυτό που ξέρω. Αν πουλήσω, έχει καλώς. Αν όχι, θα προσπαθήσω να κάνω κάτι γι’αυτό». 

Όταν μιλάς με τον Μανόλο Μπλάνικ, δεν υπάρχουν ερωτήσεις και απαντήσεις. Γίνεται κουβέντα που ανοίγει διαρκώς παράθυρα. Έτσι μόνο μπορεί να γραφτεί μια συνέντευξη για τον διασημότερο (ίσως) σχεδιαστή παπουτσιών στον κόσμο. Με λέξεις-κλειδιά και λογοκρισία στις λέξεις για να μπορέσουν να χωρέσουν όλες οι ιστορίες από τα ταξίδια, το χθες, τις συναντήσεις, τις αγωνίες, την καθημερινότητα. 

Η μόδα. «Μου αρέσει η μόδα. Αλλιώς δεν θα ήμουνα εδώ. Αλλά μου αρέσει να αλλάζω τα υλικά, την δομή, την τεχνολογία που είναι τόσο φανταστική τώρα. Μου αρέσει να πειραματίζομαι. Είναι κάτι που με εξιτάρει. Παραμένω παλιομοδίτης όμως.»

Το παπιγιόν. «Ζω σε μια περίοδο που δεν υπάρχει πια. Θυμάμαι την εποχή που ο Τενεσί Γουίλιαμς είχε έρθει στο Λονδίνο και ήμουνα καλεσμένος σε δείπνο. Δεν ήταν χαρούμενος με την εποχή επειδή δεν υπήρχαν καλοί τρόποι. Με ρώτησε γιατί φορούσα πάντα παπιγιόν. Κι εγώ του είπα: «Μα sir, είμαι υποδηματοποιός»». 

Το πρώτο σοκ. «Το παπούτσι χωρίς τακούνι. Ένα από τα αγαπημένα μου. Στην εποχή του κανείς δεν το κατάλαβε και τώρα όλοι το κάνουνε. Ήταν σοκ για μένα. Τώρα φωτογραφίζεται παντού. Δεν ξέρω γιατί αλλά τότε οι άνθρωποι δεν ήταν έτοιμοι. Ακόμη και αμερικανοί στυλίστες μου είχαν πει ότι δεν επρόκειτο να τα πουλήσω. Ο κόσμος θέλει ασφάλεια. Όμως ήταν ασφαλές. Θυμάμαι τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη. Στο ελληνικό θέατρο οι ηθοποιοί φορούσαν πάντα τεράστιους κοθόρνους. Λατρεύω την δύναμη που νιώθεις όταν φοράς ψηλά τακούνια. Αυτομάτως αλλάζεις τον τρόπο που περπατάς, πως νιώθεις. Είναι σαν θεατρική μεταμόρφωση».

Η προσγείωση. «Αγαπώ τα φλατ. Ευτυχώς που κι ο κόσμος τα αγοράζει. Δεν έχω σταματήσει ποτέ στην διαδρομή τόσων χρόνων να σχεδιάζω φλατ και μικρά τακούνια.»

Η αντιγραφή. «Τα σχέδια μου δεν κοπιάρονται. Ορισμένοι το κάνουν. Έχουν αυτή την τάση. Οι άνθρωποι στις σχολές, οι νέοι σχεδιαστές το κάνουν, λένε εμπνέομαι από τον Αλεξάντερ ΜακΚουίν. Εγώ διδάσκω στο Royal College of Art και όταν μου λένε το ίδιο, τους λέω «κάντε κάτι που να είστε εσείς». Τους είχα πει να εμπνευστούν από τον ήλιο του Λουκίνο Βισκόντι. Το φως. Κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν. τους είπα να ψάξουν στο Ίντερνετ. Είκοσι κορίτσια και αγόρια έφτιαξαν απίστευτα ντοκιμαντέρ. Πρέπει να τους δώσω τώρα ένα ελληνικό θέμα, να ασχοληθούν με την Κατίνα Παξινού». 

Η άγνοια. «Τα νέα παιδιά πρέπει να μάθουν. Δεν ξέρουν τίποτα. Ξέρουν τι συμβαίνει μόνο στο MTV. Οι νέες γενιές δασκάλων δεν ενδιαφέρονται πια. Αυτή είναι η εντύπωση που έχω χωρίς να θέλω να προσβάλω κανέναν. Λουκίνο Βισκόντι, Κατίνα Παξινού, τι λέμε τώρα; Μελίνα Μερκούρη, το είδωλο μου... Ξέρουν όμως ποιος είναι ο απόφοιτος ριάλιτι...»

Το παρελθόν. «Το παρελθόν είναι τόσο σημαντικό. Κάποιος ρώτησε τον Βισκόντι γιατί κάνει πάντα ταινίες εποχής. Κι εκείνος είπε ότι δεν ήταν αλήθεια, έκανε και μοντέρνα φιλμ. Αλλά στο μυαλό όλων υπάρχει ο Γατόπαρδος. Κι εγώ θα πεθάνω με αυτές τις εικόνες. Ο Βισκόντι είπε ότι χωρίς το παρελθόν δεν υπάρχει παρόν... Θέλω να χαράξω αυτή την φράση στο μυαλό μου. Οι σπουδαστές δεν ήξεραν ούτε τον Μιχάλη Κακογιάννη... Σοκάρομαι. Είναι τόσο λυπηρό.»

Το ψέμα. «Συνήθιζα να θυμώνω αλλά τώρα αδιαφορώ. Στην Κίνα έχουμε στείλει παντού μηνύσεις. Υπάρχουν παντού καταστήματα Μανόλο Μπλάνικ. Είναι απίστευτο. Εχουμε τόσους δικηγόρους που το κοιτάνε αλλά δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Στην Ισπανία υπάρχει μια εταιρία που λέγεται Μανόλος. Πολεμάμε πέντε χρόνια, έχουμε πολύ καλούς δικηγόρους, πληρώνουμε περιουσίες. Αλλά δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Ο κόσμος ξέρει. Ακόμη κι εγώ στο Χονγκ Κονγκ μπορεί καμιά φορά να ξεγελαστώ. Τώρα νομίζω ότι είναι κωμικό. Κάποιος άλλος βγάζει χρήματα, όχι εγώ. Αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Δεν μπορείς να το αποφύγεις».

Το star system. «Δεν με ενδιαφέρουν οι διασημότητες. Ακολουθούν σαν πρόβατα όλους τους άλλους. Μιμούνται. Δεν έχουν δικό τους στιλ. Μα τι κάνουν αυτοί οι σταρ; Ποιοι είναι; Από που ήρθαν; Από κάποιο τηλεοπτικό πρόγραμμα. Στην εποχή μου, η Τζούλι Κρίστι, η Μπριζίτ Μπαρντό, ο Αλμπέρ Καμύ, έκαναν πράγματα. Τώρα φοράνε ένα μικρό φόρεμα και κάνουν ό,τι όλοι οι άλλοι. Δεν μου αρέσει αυτό. Δεν με ενδιαφέρει η κουλτούρα των celebrities. Συγχωρήστε με. Δεν θα έπρεπε να το λέω αυτό γιατί θα χάσω πολλούς πελάτες... Και τι έγινε όμως;»

Η πελατεία. «Πριν από την Αθήνα, ήμουνα στο Ντουμπάι. Ήρθε ένας κύριος με τη βερμούδα του, μου ζήτησε συγνώμη για την αμφίεση του. «Θέλω να αγοράσω παπούτσια για τις συζύγους μου», μου είπε. Τον ρώτησα πόσες ήταν και μου είπε «πέντε». Αγόρασε το ίδιο ζευγάρι παπούτσια και για τις πέντε. Ευτυχώς που που είχαν όλα τα νούμερα. Από 35½ μέχρι 40. Τον ρώτησα: «θέλετε να τα υπογράψω όλα;» Και μου είπε: «όχι, μόνο ένα, για την βασική μου». Συγκινήθηκα. Του είπα: «Μα τι κάνετε με πέντε συζύγους;» Θα ήμουνα εξαντλημένος.»

Η ζωή σε ταινία. «Αν ήταν να με παίξει κάποιος στο σινεμά θα ήθελα να το έκανε ο Daniel Day Lewis. Αν και είναι μάλλον βαρετή η ζωή μου για σενάριο. Έχω στιγμές. Στιγμές που γνώρισα υπέροχους ανθρώπους. Όμως είμαι αξιολύπητος. Περιφρουρώ την μοναξιά μου. Είναι η μόνη πολυτέλεια που έχω. Δεν είναι φρικτό που το λέω; Διαφορετικά η εικόνα γίνεται θολή. Ευτυχώς που έχω την αδερφή μου και δουλεύουμε μαζί. Αυτή είναι η οικογένεια μου. Και οι άνθρωποι που δουλεύουμε μαζί. Αυτό είναι όλο».  

Comment

Jean-Marc Loubier: «Θα έρθει μια μέρα που όλα τα ρούχα θα μοιάζουν ίδια»

February 9, 2015 Sandy Tsantaki

Με τον Jean-Marc Loubier είχαμε ξαναμιλήσει ενώ ακόμη ήταν γενικός διευθυντής του Louis Vuitton. Στο Παρίσι. Όταν ξαναβρεθήκαμε ένα ηλιόλουστο πρωινό στην Αθήνα για να δούμε τι άλλαξε, αν άλλαξε κάτι ως Πρόεδρος του οίκου Celine, δεν θα μπορούσα να έχω προβλέψει ότι μια μέρα θα γινόταν CEO στον οίκο Escada, όπου και παραμένει μέχρι σήμερα... 

Ακόμη δεν έχω καταλάβει πως ξύπνησε η Ωραία Κοιμωμένη, η Celine στην προκειμένη περίπτωση, ούτε πως γεννήθηκε το μικρό ελεφαντάκι ως σύμβολο του οίκου. Σα να διαβάζει τη σκέψη μου, ο Jean-Marc Loubier, μου λέει: «Μπορεί να άλλαξε το προϊόν και το θέμα της συζήτησης αλλά οι βασικοί παράμετροι παραμένουν οι ίδιοι: Γαλλία, Ελλάδα, πολυτέλεια, αποπλάνηση». 

«Πρέπει να εφευρίσκεις διαρκώς κάτι καινούργιο, να ξαφνιάζεις πρώτα τον εαυτό σου και μετά τον κόσμο. Γι’αυτό και όσο κι αν ακούγεται εκκεντρική σαν άποψη, δεν πρέπει ποτέ να ακούς τον κόσμο. Πρέπει πρώτα να ακολουθείς το ένστικτο σου και ύστερα να εισπράττεις το χειροκρότημα ή την απόρριψη. Αν κάνουμε μόνο ότι περιμένει το κοινό μας, τότε θα πεθάνουμε το επόμενο απόγευμα. Αν παρουσιάζουμε ότι δεν θέλουν να δουν, ίσως πεθάνουμε απόψε. Πρέπει να το ρισκάρουμε.»

Ρισκάρω σημαίνει πρωτοτυπώ, δεν ανακυκλώνω και δεν νομίζω ότι υπάρχουν πλέον πολλά περιθώρια για επαναστάσεις. «Σίγουρα είναι δύσκολο. Όμως η ανακύκληση αποτελεί κομμάτι της ζωής, στοίχημα της μόδας. Δεν πρέπει να επαναπαύεσαι όπου είσαι καλός, πρέπει να γίνεσαι καλύτερος, να επενδύεις σε όλα, αν είσαι πετυχημένος στο πρετ-α-πορτέ, θα πρέπει να πετύχεις το ίδιο και στα αξεσουάρ. Αν βεβαίως ανακυκλώνεις μόνο, τότε θυσιάζεις την ενέργεια και την έκπληξη απέναντι στο καινούργιο. Όμως δεν πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες. Η μόδα δεν θα θεωρηθεί ποτέ τέχνη». 

Κι όμως η υψηλή ραπτική μπορεί να αποτελέσει μία εναλλακτική μορφή τέχνης, έστω και διαφορετική, ένα installation που θα διεκδικούσε μία θέση στο Λούβρο, ή ακόμη καλύτερα στο Μουσείο Μόδας του Λούβρου. «Όταν είσαι καλλιτέχνης, παρουσιάζεις τη δουλειά σου σε μια γκαλερί. Όταν είσαι στη μόδα, έρχεσαι αντιμέτωπος καθημερινά με προϊόντα. Ακόμη και η haute couture είναι «art decoratif», εφαρμοσμένη τέχνη κι αυτό γιατί οι άνθρωποι αγοράζουν το προϊόν σου, το οποίο, πρέπει να είναι στα μέτρα τους, στις διαστάσεις που το θέλουν». 

Ευκαιρία να τον ρωτήσω πως νιώθει για τις εξαγορές και τις συγχωνεύσεις της μόδας. «Αυτός είναι ο μεγαλύτερος μου φόβος. Ότι θα έρθει μια μέρα που όλα τα ρούχα θα μοιάζουν ίδια, θα είναι χωρίς ταυτότητα». 

Κι όμως οι αντίπαλοι παραμονεύουν. Προκαλώ τον Jean-Marc Loubier σε ένα τεστ αλήθειας. «Κάθε έξι μήνες πρέπει να αφηγηθούμε μια ιστορία. Να εξελιχτούμε ακόμη περισσότερο. Αν σκεφτείς με ποιους έχουμε να αναμετρηθούμε, βλέπεις ότι πρέπει να βάλουμε τα δυνατά μας και πολλές φορές ακόμη κι αυτό δεν είναι αρκετό». 

Με λίγη βοήθεια από τις διάσημες φίλες μας; «Αν είναι επειδή το θέλουν, αν είναι αληθινές και αφοσιωμένες πελάτισσες, τότε ναι» μου απαντά με ειλικρίνεια και λίγο ενοχλημένος όταν τον ρωτάω αν βοηθάει στις πωλήσεις και στο prestige του οίκου η λαμπερή «πελατεία» και ονόματα, όπως Κατρίν Ντενέβ, Κιάρα Μαστρογιάννι, Ρενέ Ρούσο, Σάρον Στόουν, Γκουίνεθ Πάλτροου, Αντζέλικα Χιούστον, Κρίστιν Σκοτ-Τόμας… «Η Ρενέ Ρούσο για παράδειγμα ήρθε και μας βρήκε χωρίς καν να το περιμένουμε. Δεν νιώσαμε ποτέ την ανάγκη να παραθέσουμε ονόματα για να πουλήσουμε την επωνυμία μας».  

Και η επόμενη μέρα; «Πρέπει να λέμε διαρκώς ότι πάμε καλά αλλά ότι πρέπει να πάμε ακόμη καλύτερα. Να είμαστε ανήσυχοι. Ο μεγαλύτερος μου φόβος είναι ότι μπορεί να έρθει μια μέρα που δεν θα νιώθουμε περιέργεια για ό,τι κάνουμε».

Comment

Μίνωας Μάτσας: «Αν μου ζητούσαν να κάνω μουσική για ένα πορνό θα έλεγα όχι»

January 30, 2015 Sandy Tsantaki

«Το πιο σημαντικό είναι να αναγνωρίζουν ότι στη μουσική που ακούνε είμαι εγώ. Και ποιος είμαι εγώ; Έλληνας, εβραίος σεφαραδίτης με ρίζες από τα Γιάννενα, τη Θεσσαλονίκη και τη Σμύρνη που ζω στο Λος Άντζελες….» Ο Μίνωας Μάτσας έχει απόλυτη επίγνωση των παράδοξων της ιστορίας του. Και την αφηγείται με τρόπο γλαφυρό και ακομπλεξάριστο. Βραβευμένος από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, δημιουργεί παράλληλα τελείως διαφορετικά πρότζεκτ, με έδρα του την Αμερική. Αφορμή η ταινία «Σκλάβοι στα δεσμά τους» για να μιλήσουμε με τον Μίνωα Μάτσα και ...εγγονό. Για να μάθουμε ότι ετοιμάζει τη μουσική για δύο ντοκιμαντέρ, ένα για την Ελλάδα και ένα για την Αμερική, «το πρώτο για «τα κρυμμένα παιδιά» -παιδιά από εβραϊκές οικογένειες που σώθηκαν στην κατοχή απο ελληνικές οικογένειες, με άλλα ονόματα και ψεύτικα διαβατήρια» και το δεύτερο «για τον Stan Lee, τον θρυλικό animator που σχεδίασε τους χαρακτήρες των Spider Man, Iron Man, X-Men». Μουσική παρακαλώ...

- Σε πόσο χρονικό διάστημα γράψατε τη μουσική για την ταινία «Σκλάβοι στα δεσμά τους»; Ποιά ήταν τα δεδομένα που έπρεπε να γνωρίζετε για να εμπνευστείτε;

- Η ταινία ξεκινάει όταν ο Τώνη Λυκουρέσης μου έστειλε την αρχική εκδοχή του σεναρίου. Εντυπωσιάστηκα από την εποχή και το περιεχόμενο του έργου, διάβασα το βιβλίο του Θεοτόκη, τα καλοκαίρια που ερχόμουν στην Αθήνα συναντιόμασταν με τον Τώνη και με ενημέρωνε για την πορεία της ταινίας… Απαραίτητη προϋπόθεση η χημεία. Όπως μου είχε πει και ο Κώστας Γαβράς (όταν έγραφα τη μουσική για το “Τhe Parthenon” που παρουσιάστηκε στη Μetropolitan Opera στη Νέα Υόρκη) ο διευθυντής φωτογραφίας και ο συνθέτης είναι οι πιο πολύτιμοι συνεργάτες του. Από την αρχή μου είπε πως δεν θέλει μουσική εποχής, αλλά αντίθετα θα ήθελε μια σύγχρονη άποψη. Αυτό μου έλυσε τα χέρια να εκφραστώ ελεύθερα χωρίς να πρέπει να μιμηθώ κάποιο στιλ. 

- Πώς νιώσατε όταν μάθατε ότι βραβευτήκατε; Τι σημαίνει ένα χρηματικό έπαθλο για έναν δημιουργό; 

- Χάρηκα όταν το έμαθα, γιατί ήταν κάτι αναπάντεχο. Όσο για τα βραβεία είμαι επιφυλακτικός. Ποτέ δεν θα κρίνω μια μουσική ή κάτι άλλο γιατί έχει βραβευτεί. Και το χρηματικό έπαθλο είναι σημαντικό. Όπως θα ξέρετε η πειρατεία και το –δε βαριέσαι downloading- κυβερνάει παντού. Άρα το χρηματικό μέρος μετράει. 

- Έχετε επιλέξει να ζείτε στο Λος Αντζελες. Ποιό είναι το προσωπικό σας στοίχημα και τι είναι αυτό που δεν σας κράτησε στη γενέτειρα σας;

- Το 2000 αποφάσισα να συνεχίσω τη μαθητεία μου στη μουσική στο Juilliard, στη Νέα Υόρκη. Από τότε κύλησαν όλα σχεδόν μόνα τους. Δηλαδή το 2002 και ενώ θα γύριζα στην Αθήνα, έκανα κάποια επαγγελματικά ραντεβού στο Λος Άντζελες και αισθάνθηκα ότι θέλω να ζήσω εκεί. Μετακόμισα στην…άγρια δύση. Όσο δύσκολη κι αν είναι αυτή η πόλη, όσο ανταγωνιστική και σκληρή, εδώ μου δίνεται η ευκαιρία να συνεργάζομαι με ανθρώπους απ’όλο τον κόσμο, να ανοίγω τους μουσικούς ορίζοντες μου. Το μόνο στοίχημα που έχω βάλει είναι να γίνομαι καλύτερος, σε πολλά επίπεδα, όχι μόνο στη μουσική. Γιατί δεν μπορώ να βρίζομαι με τους ταξιτζήδες, να παρκάρω όπου να’ναι, να βγάζω τον σκύλο μου βόλτα και να τα κάνει όπου θέλει, να καπνίζω διπλα στον άλλον που δεν γουστάρει... Η τεχνολογία σήμερα μας δίνει τη δυνατότητα να είμαστε παντού και πουθενά. Έτσι λοιπόν έπαψε να με βασανίζει το που πρέπει να μένω. Ευτυχώς η δουλειά μου με πηγαίνει όπου θέλει αυτή. 

- Κουβαλάτε ένα όνομα που αποτελεί συνώνυμο της ελληνικής δισκογραφίας. Πώς δεν επιλέξατε να γράψετε μουσική για τους σύγχρονους Έλληνες καλλιτέχνες και προτιμήσατε έναν σίγουρα λιγότερο εμπορικό δρόμο σε μια τεράστια αγορά;

- Είναι αλήθεια ότι μεγάλωσα μέσα στην ελληνική δισκογραφία. Ο πατέρας μου με έπαιρνε απο πιτσιρίκι στο στούντιο και μόλις που έφτανα να δω τι γίνεται πίσω απο το τζάμι. Σήκωνα λοιπόν τις μύτες των ποδιών μου και έβλεπα να διευθύνει ενας πανήψηλος άνθρωπος με μαύρα, -ο Θεοδωράκης- ή άκουγα τον Χατζιδάκι να εξηγεί στους μουσικούς πως να παίξουν και αργότερα να λέει ανέκδοτα ...Ή τον Λοϊζο που ερχόταν στο σπίτι τις Κυριακές να φάει μαζί μας. Χρωστάω λοιπόν ένα μεγάλο ευχαριστώ στον πατέρα μου που με “εξέθεσε” σε όλους αυτούς τους ταλαντούχους και χαρισματικούς συνθέτες, σε όλες αυτές τις εξαίσιες μουσικές και τα λόγια των ποιητών. Πώς να μην αγαπήσω το τραγούδι; Έτσι, πολύ πριν σπουδάσω την “επίσημη” μουσική έγραφα τραγούδια. Έχω κάνει τραγούδια με τον Νταλάρα, την Αλεξίου, τη Λεονάρδου,τον Μαχαιρίτσα, τη Μόραλη, τον Θωμαϊδη και άλλους. 

- Σε τι θα λέγατε όχι; Σε ποιους σκηνοθέτες θα λέγατε αμέσως ναι; 

- Σκηνοθέτες που θα ήθελα να συνεργαστώ…. Cohen brothers, Danny Boyle, Sam Mendes, Pedro Almodovar κι απο Έλληνες Καραμαγγιώλης, Βούλγαρης, Χαραλαμπίδης… Αν και κάθε περίπτωση τη βλέπω σαν πρόκληση, αλλά και σαν ένα κίνητρο να εκφράσω μουσικά κάτι, αν μου ζητούσαν να κάνω μουσική για ένα πορνό θα έλεγα όχι. Όχι απο ηθικής βέβαια άποψης αλλά γιατί μάλλον δεν θα ήξερα τι να γράψω! Επίσης όχι θα έλεγα σε μια δουλειά πρόχειρη, χωρίς σενάριο και πολύ δήθεν… Οι διαφημίσεις πάλι έχουν πλάκα. Έχω πειραματιστεί και σ’αυτές μερικές φορές. Είναι σαν μικρού μήκους ταινίες, με αρχή, μέση, τέλος και πρέπει ό,τι έχεις να πεις να το πεις σε 30 δευτερόλεπτα. Είιναι επίσης υψηλή τέχνη να το κάνεις πετυχημένα. Και αρκετά προσοδοφόρα!

Comment

Stuart Weitzman: «Είτε το πιστεύετε, είτε όχι, αυτολογοκρίνομαι»

January 28, 2015 Sandy Tsantaki

Ο άνδρας που ήξερε τι θέλουν οι γυναίκες, για την ακρίβεια, τι παπούτσια επιθυμούν να φοράνε, είναι ο ίδιος άνθρωπος που σχεδιάζει 500 διαφορετικά σχέδια τον χρόνο αλλά και γόβες που αξίζουν ακόμη και 3 εκατομμύρια δολάρια αποκλειστικά για τα Όσκαρ. Ο Stuart Weitzman μιλάει για κοπλιμέντα, αντι-τάσεις, το κόκκινο χαλί και το στιλ που αρνείται να υιοθετήσει.

Σχεδιαστής των άκρων ή μηχανικός των παπουτσιών; Έχει διακοσμήσει γόβες με 464 διαμάντια, 642 ρουμπίνια, 565 διαμάντια και ένα σπάνιο χρωματιστό διαμάντι, άλλα με την Μέριλιν Μονρόε, την Σταχτοπούτα, τη Ρίτα Χέιγουορθ σαν μούσες με αντίστοιχους πολύτιμους λίθους για άλλοθι. Η Τζένιφερ Ανιστον δεν λέει να αποχωριστεί τις πλατφόρμες Stuart Weitzman. Οι σταρ τον εμπιστεύονται με τυφλά μάτια για τις εμφανίσεις τους στο κόκκινο χαλί (όπως και στην καθημερινότητα τους): Αντζελίνα Τζόλι, Εύα Μέντες, Τζέσικα Αλμπα, Κέιτ Χάτσον, Εύα Λονγκόρια, Κέιτι Χολμς, Τζέσικα Μπίελ... Πώς το ξέρουμε; Ας είναι καλά οι παπαράτσι. Ο επικεφαλής της αμερικανικής αυτοκρατορίας παπουτσιών έγινε γνωστός για τις ψηλοτάκουνες γόβες που δημιουργεί και τα βραδινά σανδάλια-κοσμήματα. Με 600 στιλ που αλλάζουν κάθε έξι μήνες, από μπότες μέχρι πλατφόρμες και από φλατ μέχρι ψηλοτάκουνα, όλα τα σχέδια Stuart Weitzman κυκλοφορούν σε 50 νούμερα (!) Δύο εκατομμύρια ζευγάρια πωλούνται τον χρόνο, κάτι που αποδεικνύει και πόσο αφοσιωμένο είναι το πελατολόγιο του οίκου και μάλιστα σε 70 χώρες, ανάμεσα τους, και στην Ελλάδα, από τη Νέα Υόρκη, στο Μπέβερλι Χιλς και από εκεί στο Μιλάνο, στο Παρίσι, στη Μόσχα, στο Πεκίνο. Ο Stuart Weitzman σχεδιάζει για παιδιά (από το 2008), και για νύφες (η Pink και η Ιβάνκα Τραμπ του ζήτησαν να σχεδιάσει κάτι μοναδικό για να ταιριάξει με το ονειρεμένο τους νυφικό), όπως επίσης και μια συλλογή ειδικά για το κόκκινο χαλί κάθε μέρα για τη νύχτα των Όσκαρ. Παίζει όμως και στη μουσική, με τραγουδίστριες όπως η Μπιγιονσέ, η Τζένιφερ Λόπεζ, η Ριάνα και η Φέργκι, να χορεύουν στη σκηνή πάνω σε Stuart Weitzman. Μήπως ήρθε η ώρα να χορέψουμε κι εμείς, Mr Stuart?

- Καταρχήν, ποιος είναι ο ορισμός που δίνετε στα σχέδια παπουτσιών που είναι άνετα και την ίδια στιγμή, της μόδας;

- Ένα ζευγάρι παπούτσια πρέπει να είναι λειτουργικό και να σε κάνει να χαμογελάς... Γι’αυτό και η άνεση και η εφαρμογή αποτελούν απαραίτητα στοιχεία για ένα υπέροχο ντιζάιν παπουτσιών. 

- Πόσο συχνά θα μπορούσατε να σχεδιάζετε μια συλλογή με παπούτσια αν δεν ακολουθούσατε τη φιλοσοφία της σεζόν; 

- Όταν δημιουργώ τις διαφορετικές ιδέες, οι οποίες, συνθέτουν μια κολεξιόν, σκέφτομαι τις πολλές και διαφορετικές προσωπικότητες των γυναικών-την fashionista, τη διασημότητα, την καριερίστα, την σούπερ chic και τη νύφη. Οπότε υπάρχουν ατελείωτες προοπτικές πιθανότητες όταν σχεδιάζω.

- Ποιό είναι το μεγαλύτερο κοπλιμέντο που έχετε αποσπάσει μέχρι σήμερα από πελάτισσα ή φίλη, σε σχέση με τα σχέδια σας και μια αρνητική παρατήρηση που σας βοήθησε να γίνετε πιο δημιουργικός;

- Το μεγαλύτερο κοπλιμέντο: Ότι μπορούν να φοράνε τα τακούνια μου όλη μέρα-δηλαδή κάτι που μεταφράζεται από το πρωί μέχρι το βράδυ χωρίς πόνο ή να αισθάνονται την ανάγκη να αλλάξουν και να βγάλουν τα παπούτσια τους για να φορέσουν φλατ. Οι γυναίκες ανέκαθεν συνήθιζαν να μου λένε ότι δεν ταιριάζουν τέλεια όλες οι μπότες στο κάθε πόδι ξεχωριστά, οπότε διερεύνησα την προοπτική να χρησιμοποιήσω στρετς υλικό στη δομή της μπότας έτσι ώστε να τέλεια σαν γάντι.

- Ποιά είναι τα κλασικά ή τα best sellers που προτείνει ο Stuart Weitzman;

- Φαντάζομαι ότι θα έπρεπε να πω την πλατφόρμα μας, Alex. Αποτέλεσε το top seller μας, υπήρξε η αγαπημένη των διασημοτήτων, με πρώτη και καλύτερη την Τζένιφερ Άνιστον. 

- Περιοδικά και κόκκινο χαλί. Ποιές είναι οι καλύτερες πρέσβειρες για τα παπούτσια σας;

- Όλες. Προσθέτοντας και το Ίντερνετ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να πηγαίνει η πληροφόρηση στον πελάτη όσο πιο γρήγορα γίνεται.

- Αν παρουσιάζετε 600 διαφορετικά στιλ κάθε σεζόν, πόσα αναγκάζεστε να αφήσετε απέξω; 

- Είτε το πιστεύετε, είτε όχι, αυτολογοκρίνομαι.

- Υπάρχει ένα συγκεκριμένο στιλ στο οποίο δεν πιστεύετε καθόλου, γι'αυτό και δεν υιοθετείτε καν;

- Βλέπω τα τακούνια να ψηλώνουν όλο και περισσότερο… Και οι γυναίκες καλούνται να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων χωρίς να πέσουν κάτω.

- Αποκαλείτε τον εαυτό σας μηχανικό παπουτσιών. Αν επρόκειτο να σκηνοθετήσετε μια ταινία για τη ζωή και τις δημιουργίες σας, τι τίτλο θα βάζατε και ποιος θα θέλατε να είναι ο πρωταγωνιστής; Ποιους σταρ θα επιθυμούσατε να παρουσιάσετε να δειγματίζουν στο ατελιέ σας;

- Νομίζω πως αν επρόκειτο να σκηνοθετήσω ένα φιλμ για τη ζωή μου και τις δημιουργίες... Θα το αποκαλούσα «It's a wonderful life» με πρωταγωνιστή τον εαυτό μου και όλες τις νεαρές μου μούσες από το Χόλιγουντ στο πριβέ ατελιέ μου.

Ποιος είναι ο Stuart Weitzman.

Ο Stuart Weitzman μεγάλωσε στο Long Island στη Νέα Υόρκη και έμαθε τα μυστικά της οικογενειακής επιχείρησης από τον πατέρα του Seymour Weitzman που ήταν ο σχεδιαστής της δικής του εταιρίας παπουτσιών, Mr Seymour. Ο πατέρας του επέμενε να μάθει τα πάντα γύρω από την τέχνη του, από τον σχεδιασμό μέχρι την πώληση και την παραγωγή. Όταν όμως ο Stuart Weitzman αποφοίτησε από το Wharton School από το Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, θέλησε να ασχοληθεί με το χρηματιστήριο στην Wall Street. Έναν χρόνο μετά, πέθανε ο πατέρας τους, και ο Stuart με τον μεγαλύτερο του αδερφό, ανέλαβαν την οικογενειακή επιχείρηση. Με τα χρόνια, η εταιρία άλλαξε σε διάφορα επίπεδα, πωλήθηκε στην Caressa Inc, η οποία, μετέφερε την παραγωγή στην Ισπανία εκεί όπου είναι και σήμερα τα εργοστάσια Stuart Weitzman. Ο Stuart παρέμεινε πρόεδρος της εταιρίας, η οποία, τελικά μετονομάστηκε σε Stuart Weitzman Inc. Το 2005 συνεργάστηκε με την Irving Place Capital για να γίνει Stuart Weitzman Holdings LLC και το 2010 πούλησε μετοχές στην εταιρία The Jones Group Inc. Τα τελευταία χρόνια, ο Stuart Weitzman παράγει τα παπούτσια και τις τσάντες σε εργοστάσια στην Ελντα, στην Ισπανία, τον έχουν βραβεύσει ως τον «Αγαπημένο Υιοθετημένο Γιο της Έλντα», για τη συνεισφορά του στην αγορά. Με πάθος για φιλανθρωπικούς σκοπούς, έχει ιδιαίτερη ευαισθησία σε θέματα υγείας, κυρίως την έρευνα για τον καρκίνο της μήτρας και του μαστού. Στο παρελθόν διοργάνωσε δημοπρασία με πρωταγωνιστές σταρ που διακοσμούν ένα ζευγάρι παπούτσια που δημοπρατούνται για καλό σκοπό, με δημοπρασίες στην Αμερική, την Ισπανία, την Ιταλία, τη Γερμανία, το Μεξικό και την Ελβετία. Όταν δεν ταξιδεύει στην Ισπανία για να επιβλέψει την παραγωγή, μένει στο Κονέκτικατ με την γυναίκα του, Τζέιν. Είναι οι γονείς δύο κοριτσιών. Τι φοράει όλη η οικογένεια; Stuart Weitzman φυσικά. Και για στιγμές χαλάρωσης, ο Stuart Weitzman παίζει τένις και λέγεται ότι οργανώνει συχνά αγώνες πινγκ-πονγκ στα εργοστάσια στην Ισπανία, ακόμη και στο σόουρουμ της Νέας Υόρκης. 

Ο Stuart Weitzman με αριθμούς

1986-Ετος ίδρυσης της εταιρίας

300 υπάλληλοι στην Αμερική, 2000 στην Ισπανία

33 καταστήματα στην Αμερική, 42 διεθνώς

2 εκατομμύρια ζευγάρια παπούτσια πωλούνται τον χρόνο

100.000 pave παπούτσια έχουν πουληθεί διεθνώς

Comment

Vivienne Westwood: «Σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς, ντυθείτε. Φτιάξτε το μόνοι σας»

January 20, 2015 Sandy Tsantaki

Η Vivienne Westwood ξέρει να φιλτράρει όσο λίγοι τα κεφάλαια της παγκόσμιας ιστορίας και εξέλιξης της ανθρωπότητας, να τα μεταποιεί και να τα ενσωματώνει στο σήμερα, να δανείζεται πολιτισμό χωρίς να κλέβει, να φτιάχνει κοστούμια καθημερινότητας που έχουν και δεν έχουν θέση σε μουσείο... Την είχα συναντήσει στην Αθήνα πριν από 15 χρόνια περίπου. Είχε έρθει για μια εκδήλωση τέχνης και μόδας. Ήταν σε εκείνη την τηλεοπτική συνέντευξη που είχε μιλήσει με ενθουσιασμό για ένα beauty spot, μια ελιά που είχα στο πρόσωπο μου. «Τι τυχερή που είσαι... Είσαι πάντα ντυμένη. Αν είχα εγώ ένα τέτοιο καλλωπιστικό στοιχείο θα κυκλοφορούσα γυμνή στο δρόμο»... Εδώ έχει βγάλει άνδρες με φούστες, γυναίκες με καμπύλες έξω, μοντέλα με παπούτσια-πατίνια, στην ελιά θα κολλήσουμε; Βίβιεν Γουέστγουντ. Dame Vivienne Westwood.  

- Γιατί επιλέξατε τη σειρά Anglomania για να δείξετε στο ελληνικό κοινό; 

- Κάνουμε καλές δουλειές στην Ελλάδα. Επιστρέφω πάντα στην Ελλάδα, όπως κάνουν όλοι, επειδή καμία άλλη κοινωνία που γνωρίζουμε δεν είχε ποτέ μια τόσο illuminating ιδέα για το πως θα έπρεπε να είναι τα ανθρώπινα όντα. Με ενδιαφέρει πολύ ο ελληνικός σκεπτικισμός, που δημιούργησε μια τόσο ζωντανή κουλτούρα, και το ελληνικό θέατρο, το οποίο, αποτέλεσε ένα ζωντανό μέσο επικοινωνίας για αυτούς τους ανθρώπους.

- Ποιά είναι η ερώτηση που έχετε βαρεθεί να σας κάνουν όλα αυτά τα χρόνια;

- «Από που προέρχεται η έμπνευση σας όταν σχεδιάζετε;». Αυτή είναι η ερώτηση που μου γίνεται διαρκώς. Η δεύτερη ερώτηση που μου κάνουν -αμέσως μετά την άλλη- είναι «τι ετοιμάζετε για μετά;». Το τελευταίο πράγμα που με ενδιαφέρει είναι να κυνηγάω τον χρόνο. Ακριβώς σαν αυτούς τους δημοσιογράφους που μου θέτουν αυτά τα ερωτήματα, είναι τόσο απασχολημένοι κυνηγώντας τον χρόνο που χάνουν οτιδήποτε βρίσκεται μπροστά τους. 

- Τι σημαίνει ο τίτλος Dame για εσάς; Πώς νιώθετε όταν σας συγκρίνουν με την βασίλισσα της Αγγλίας; 

- Είμαι Αγγλίδα, οπότε είναι αδύνατο για μένα να αγνοήσω την βρετανική κουλτούρα στα σχέδια μου. Τα υφάσματα που χρησιμοποιώ είναι συνήθως παραδοσιακά βρετανικά υφάσματα. Αυτά τα υφάσματα επωφελούνται από τις κλασικές βρετανικές τεχνικές παραγωγής, όπως προκύπτει από την παράδοση της Savile Row. Η υπογραφή VW με το στέμμα συμβολίζει τον κόσμο-κι όμως είναι καθαρά βρετανική. Θαυμάζω την Βασίλισσα. Νομίζω ότι ο θεσμός της μοναρχίας είναι πολύ σημαντικός. Η αντιμετώπιση μου απέναντι στη Βασίλισσα έχει αλλάξει. Σήμερα τη σέβομαι.

- Είστε τόσο εύπορη -όσο λένε- και γεμάτη από εμπειρίες και καταθέσεις;

- Πιστεύω ότι είμαι ένας πολύ υπεύθυνος άνθρωπος. Αν βρίσκεσαι σε μια κατάσταση απ'όπου βγάζεις χρήματα και έχεις χρόνο-το οποίο δεν είναι το σενάριο της ζωής μου σε αυτή τη φάση της καριέρας μου- αλλά τι θα κάνεις με αυτόν τον χρόνο και αυτά τα χρήματα;   Τα χρήματα θα έπρεπε να είναι ένας τρόπος να εξαγοράζεις για τον εαυτό σου χρόνο για να κάνεις κάτι. Και όπως είπε ο Oscar Wilde, «δεν σπαταλάω λεφτά, τα ξοδεύω». Η καριέρα μου έχει δώσει ένα συγκεκριμένο στάτους και επιπλέον το γεγονός ότι δεν είμαι φτωχή με βοηθάει να ταξιδεύω, να γνωρίζω ανθρώπους... Η μόδα δεν θα ήταν η επιλογή μου σαν δουλειά. Το έκανα γιατί μπορούσα. Ο λόγος που συνέχισα ήταν γιατί είχα πολλές ιδέες και ήθελα να χτίσω τη δουλειά μου πάνω σε αυτές τις ιδέες. Προκειμένου να καταλάβω τον κόσμο στον οποίο ζω, σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να προσπαθήσω να κάνω τη δουλειά μου να πετύχει σαν επιχείρηση. Σε ανθρώπινο επίπεδο, έμαθα για τους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου. Έμαθα ότι ακόμη και το μικρότερο πράγμα δεν είναι ποτέ μαύρο ή άσπρο και πως η συμπεριφορά του κόσμου δεν σχετίζεται πάντα με την κατάσταση και για να δημιουργήσεις αρμονία και να κάνεις τα πράγματα να λειτουργήσουν, πρέπει να φτιάξεις τις κατάλληλες προϋποθέσεις ανάλογα με τον χαρακτήρα κάθε ανθρώπου.

- Με ποιον τρόπο πιστεύετε ότι μπορεί να βοηθήσει η μόδα στην καταπολέμηση της οικονομικής κρίσης;

- Σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς, ντυθείτε. Φτιάξτε το μόνοι σας... Φορέστε ένα κολιέ από παραμάνες, κονκάρδες (ιδανικά με πολιτικά σλόγκαν), κουβέρτες, τραπεζομάντηλα, κουρτίνες, πετσέτες ή ένα μέτρο από ένα όμορφο ύφασμα, τυλιγμένο γύρω σας αντί για παλτό ή σαν φούστα,  τοπ, παντελόνι, που θα δέσετε κάτω από τα πόδια. Ενώστε τα όλα αυτά μαζί με όμορφα κομμάτια από τη ντουλάπα σας (ή από αυτή της μητέρας σας, του παιδιού ή του συζύγου σας), θυμηθείτε τα παλιά σας αγαπημένα… Η συμβουλή μου είναι να φοράτε ξανά και ξανά τα αγαπημένα σας ρούχα και αξεσουάρ μέχρι να γεράσουν ή να διαλυθούν. Να αγοράζετε λιγότερα. Να φοράτε υπερμεγέθη σακάκια σαν παλτό, πουκάμισα το πίσω-μπρος, κουμπώστε τα κουμπιά λάθος για να γίνουν ασύμμετρα. Δεν είχαμε καθόλου πουλόβερ αυτή τη σεζόν, είναι όλα ζακέτες φορεμένες «ανάποδα». Μπερδέψτε τον χειμώνα με το καλοκαίρι, τη μέρα με τη νύχτα. Πετάξτε μια ζορζέτα ή μια δαντέλα πάνω από μια μπλούζα για να δημιουργήσετε ένα φόρεμα.

- Γιατί είναι τόσο σημαντικό να κοιτάτε στο παρελθόν;

- Βλέπω πίνακες, ρούχα σε μουσεία, φωτογραφίες υψηλής ραπτικής. Αν μπορείς να αρπάξεις αυτό που είναι αυθεντικό για το ντιζάιν, τότε μπορείς να το χρησιμοποιήσεις. Συνήθως δεν βλέπεις την πηγή της «μετάφρασης» μου. Έχει μεταμορφωθεί ήδη σε κάτι άλλο μέχρι τη στιγμή που το παρουσιάζω. Νομίζω ότι η αληθινή δύναμη που σε σπρώχνει να θες να συνεχίσεις είναι ότι θέλεις να εκπλήσσεις διαρκώς τον εαυτό σου. Η τεχνική έρχεται αυτόματα. Το μόνο μέρος να βρεις ιδέες είναι κοιτώντας σε αυτά που έκαναν οι άνθρωποι στο παρελθόν. Είναι ο τρόπος να είσαι αυθεντικός. Δεν μπορείς να είσαι αυθεντικός απλώς επειδή θέλεις να κάνεις κάτι. Τίποτα δεν γεννιέται από το κενό. 

Comment

Shigeru Umebayashi, ένας Ιάπωνας που λατρεύει τους Μπιτλς και δηλώνει ρόκερ

January 15, 2015 Sandy Tsantaki

Ο Shigeru Umebayashi, ο οποίος συστήνεται στους φίλους και ως Ume, μένει και εργάζεται στο Τόκιο. Γράφει μουσική για το σινεμά εδώ και 25 χρόνια, αλλά έγινε γνωστός και εκτός συνόρων πριν από μια δεκαετία. Όταν είχε έρθει στην Αθήνα, για συναυλίες και ένα master class, ζωντάνεψαν εικόνες από ταινίες όπως «Ερωτική επιθυμία», «Ιπτάμενα στιλέτα», «2046», «Η κατάρα του χρυσού λουλουδιού», «A single man», ασιατικές και δυτικές παραγωγές. Και να σκεφτεί κανείς ότι ξεκίνησε την καριέρα του ως αρχηγός του γιαπωνέζικου νιου γουέιβ, ροκ γκρουπ EX.Άρχισε να γράφει σάουντρακ το 1985 όταν η μπάντα του διαλύθηκε. Σήμερα υπογράφει ως συνθέτης τη μουσική σε 40 γιαπωνέζικα και κινέζικα φιλμ. Ένας Ιάπωνας που λατρεύει τους Μπιτλς, γράφει μάλλον καταθλιπτική μουσική, αλλά παρ' όλα αυτά δηλώνει ρόκερ.

- Πώς καταφέρνετε κάθε φορά να στριμώξετε 25 χρόνια μουσικής σε μία συναυλία; Τι αναγκάζεστε να αφήσετε εκτός;

- Πρόκειται για μια χρονοβόρα διαδικασία για μένα και την ομάδα μου. Βλέπετε, έδωσα την πρώτη συναυλία με τις μουσικές μου από τον κινηματογράφο πρόσφατα στη Γάνδη. Μέχρι τότε δεν υπήρχε η ανάγκη να δημιουργηθούν παρτιτούρες και εκ νέου ενορχηστρώσεις για συναυλιακούς σκοπούς. Όταν προέκυψε αυτή η ανάγκη η διαδικασία κράτησε μήνες. Τα κριτήριά μου αρχικά ήταν το ποια κομμάτια αγαπώ πιο πολύ, ποια θεωρούνται πιο γνωστά στην Ευρώπη, αλλά παράλληλα και ποια ήταν και λιγότερο απαιτητικά στην ενορχήστρωση για να μπορέσουμε να είμαστε εμπρόθεσμοι για την πρώτη μας συναυλία. Ως επί το πλείστον οι συνθέσεις που ενορχηστρώθηκαν βάσει αυτών των κριτηρίων είναι ουσιαστικά της τελευταίας δεκαετίας. Υπάρχουν ασφαλώς και κομμάτια μου που αγαπώ ιδιαίτερα και ανήκουν στις πολύ πρώιμες δουλειές μου και αποφάσισα κατόπιν να τις ενθέσω στο πρόγραμμα.

- Το σούσι είναι πολύ διαδεδομένο αυτόν τον καιρό στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Πιστεύετε ότι την ίδια τύχη μπορεί να έχει μια μέρα και η γιαπωνέζικη μουσική;

- Ξέρω σίγουρα ότι η μουσική δεν είναι φαγητό όπως και το ότι δεν θεωρώ καν τη δική μου μουσική ιαπωνική. Κατά κύριο λόγο είμαι ρόκερ! Οπότε μάλλον δεν είμαι ο κατάλληλος για να σας απαντήσει σε αυτό. Μπορώ πάντως να σας μιλήσω για σούσι.

- Στο ξεκίνημα αγαπούσατε τους Μπιτλς. Υστερα αγαπήσατε την ισπανική μουσική. Ποια γκρουπ ή ερμηνευτές σας αρέσουν αυτόν τον καιρό; Πόσο ροκ αντέχετε να είστε;

- Όπως σας είπα είμαι ροκάς. Η ροκ μουσική ήταν αυτή που με ώθησε να γίνω μουσικός και να ξεκινήσω την καριέρα μου ως μέλος ροκ μπάντας. Κι ακόμα αγαπώ τους Μπιτλς πάρα πολύ, όπως και τον Έρικ Κλάπτον. Παρ' όλα αυτά θέλω να είμαι πολυσυλλεκτικός στα ακούσματά μου γιατί με βοηθάει να εξελίσσομαι και να γίνομαι πιο ευέλικτος όποτε χρειάζεται να συνθέσω σε διαφορετικό στυλ. Πάντα επιστρέφω όμως στη ροκ μουσική. Αυτή είναι το πάθος μου.

- Είναι αλήθεια ότι αρχίσατε να γράφετε μουσική για να συναντήσετε από κοντά τον αγαπημένο σας ηθοποιό;

- Όχι ακριβώς. Η αλήθεια είναι ότι ξεκίνησα να γράφω μουσική για ταινίες όταν γνώρισα τον αγαπημένο μου ηθοποιό τη δεκαετία του '80. Το ότι γράφω μουσική για ταινίες το χρωστάω στον ηθοποιό Yusaku Matsuda, που έπαιξε μερικά χρόνια μετά τη γνωριμία μας στο «Black Rain» του Ρίντλεϊ Σκοτ. Αυτός με ώθησε στη σύνθεση μουσικής για ταινίες και κάναμε μαζί και την παραγωγή κάποιων δικών του άλμπουμ. Δυστυχώς όμως πέθανε μόλις 40 ετών.

- Πώς μοιάζει σήμερα το κολάζ με τα θέματα που σας εμπνέουν;

- Γεμάτο ήλιο, χαρούμενους ανθρώπους και καλό κόκκινο κρασί. 

- Πώς συγκρίνετε το γιαπωνέζικο σε σχέση με το ευρωπαϊκό κοινό; Πώς πιστεύετε ότι σας θεωρούν στη γενέτειρά σας και πώς είστε γνωστός εκτός συνόρων;

-  Στη χώρα μου είναι σαφώς πιο γνωστοί οι εξαιρετικοί συνάδελφοί μου Σακαμότο και Χισαΐσι. Αυτό που έχω διαπιστώσει όμως στην Ευρώπη είναι η μεγάλη απήχηση που έχει η μουσική μου και η αγάπη με την οποία πάντα μου μιλούν γι' αυτήν. Η αντίθεση λοιπόν είναι τεράστια για μένα. Στην Ευρώπη μου προκαλεί τεράστια έκπληξη το πόσο πολλή απήχηση έχει η μουσική μου στο κοινό, ενώ στην Ιαπωνία το πόσο πολύ λιγότερη.

Comment

Μαριάννα Τόλη: «Η σχέση μου με το παρελθόν μού θυμίζει λίγο τον Κολοσσό της Ρόδου»

January 7, 2015 Sandy Tsantaki

Έχει fan page στο Facebook, αλλά «δεν νιώθω την ανάγκη να μου κάνουν like», ομολογεί. Το 2009 πήρε πτυχίο ψυχολογίας χωρίς να δηλώνει ακόμη ψυχολόγος γιατί θέλει, όπως λέει, πρώτα να τελειώσει το μεταπτυχιακό της. Έχει εξασκηθεί να μην εξοργίζεται πολύ, «γιατί κάνει κακό στην υγεία». Η Μαριάννα Τόλη μιλάει με πάθος.

Έχει εμφανιστεί στην Επίδαυρο, στο σινεμά και στο θέατρο, έχει μεταφράσει βιβλία, έχει γράψει στίχους, έπαιξε σε μια διαφήμιση που έχει γράψει ιστορία. Όπως και το «Μάθημα σολφέζ» στη Εurovision το 1977. «Με το «Μάθημα σολφέζ» ο Ρόμπερτ, ο Πασχάλης, η Μπέσσυ και εγώ εισπράξαμε τα δώρα εκείνης της εποχής. Είμαι ευγνώμων που το τραγούδι αυτό έμεινε στην ιστορία και δεν είμαστε απλώς περαστικοί», λέει σήμερα η Μαριάννα Τόλη.

Ρωτάω τη Μαριάννα Τόλη πόσα «όχι» είπε και πόσα «ναι». «Σε μια πορεία τόσων χρόνων, αυτά τα «ναι» δεν είναι πολλά. Τα «όχι» δυστυχώς ήταν περισσότερα. Είχα πολλές προτάσεις να παίξω σε επιθεωρήσεις και ταινίες που θα με έκαναν πολύ πιο γνωστή και αρνήθηκα γιατί δεν ήμουν σίγουρη για την ποιότητα. Μπορεί κάποιες φορές να έκανα λάθος, κάποιες όχι».

Από την εμπειρία της στο παιδικό θέατρο, τι πιστεύει ότι θέλουν να βλέπουν τα παιδιά και οι άνθρωποι που τα συνοδεύουν; «Τα παιδιά έχουν ανάγκη μια άμεση επαφή με τους καλλιτέχνες στη σκηνή και η επαφή αυτή πρέπει να είναι ειλικρινής και αμφίδρομη», λέει. «Είναι ευεργετικό αυτό το μοίρασμα. Αναπτύσσεται μια καινούργια σχέση ή ενδυναμώνεται μια υπάρχουσα όταν τα παιδιά δεν αισθάνονται πως οι γονείς τους βαριούνται ή ότι τους πηγαίνουν στο θέατρο από καθήκον».

Το μιούζικαλ είναι εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Ειδικά στην Ελλάδα σπανίως το βλέπουμε να ανεβαίνει σωστά. Πόσο έτοιμοι είναι οι ηθοποιοί αυτής της γενιάς να ερμηνεύσουν ρόλους, να χορέψουν, να τραγουδήσουν ζωντανά; «Η καινούργια γενιά καλλιτεχνών είναι σαφώς καλύτερη από εκείνη του παρελθόντος», λέει η Μαριάννα Τόλη. «Λες και ο χορός, το τραγούδι και η τέχνη γενικότερα να μπήκε στη ζωή μας για τα καλά. Αυτό είναι πολύ παρηγορητικό για έναν σκηνοθέτη που κάποτε έψαχνε με το φανάρι του Διογένη να βρει ένα ταλέντο».

Πώς περιγράφει τη σχέση της με το παρελθόν, το μέλλον, το χρόνο; Πώς νιώθει όταν της λένε ότι δεν έχει αλλάξει καθόλου; «Η σχέση μου με το παρελθόν μού θυμίζει λίγο τον Κολοσσό της Ρόδου. Το ένα μου πόδι βρίσκεται εκεί και το άλλο στο παρόν. Ο νους μου βρίσκεται πολλές φορές στο μέλλον, αναλύοντας το παρελθόν και θεραπεύοντας το παρόν. Ενέχει όμως φόβους, αγωνίες και υπαρξιακά ερωτήματα. Ο χρόνος είναι ανίκητος και πάντα προσπαθώ να συμφιλιωθώ μαζί του, αν και η σχέση αυτή είναι, δυστυχώς για μένα, άνιση. Ο χρόνος δεν γοητεύεται με τίποτα. Οταν μου λένε πως δεν έχω αλλάξει καθόλου, χαίρομαι και τους ευχαριστώ, αλλά μέσα μου λέω: «Η ψυχή μου το ξέρει»».

Μια στιγμή που ξεχωρίζει; «Ως αγαπημένη στιγμή της ζωής μου, εκτός βέβαια από εκείνη που αντίκρισα και πήρα για πρώτη φορά στην αγκαλιά μου τον γιο μου, ξεχωρίζω την ημέρα της αποφοίτησής μου από το πανεπιστήμιο, το 2009, έχοντας πάρει το πτυχίο ψυχολογίας. Άλλη σπάνια στιγμή που θυμάμαι με δέος είναι όταν άκουσα ένα παιδί που έβγαινε από την παράσταση της Μέρι Πόπινς, καθηλωμένο σε αναπηρική καρέκλα, να λέει: «Μετά από αυτό, τι άλλο να ζητήσω από τον Θεό;»»

Η Μαριάννα Τόλη έχει και fan page στο Facebook. Πόσο συμπαθεί την τεχνολογία; «Ξέρω πως έχω fan page στο Facebook και ευχαριστώ εκείνους που αγαπούν τη δουλειά μου αρκετά για να ασχοληθούν με αυτό. Το ίδιο το Facebook δεν με ελκύει ως ιδέα. Δεν νιώθω την ανάγκη να μου κάνουν like. Ευχαριστώ όμως όσους το κάνουν με την καρδιά μου. Κατά τα άλλα, η τεχνολογία είναι εξαιρετικά χρήσιμη. Το κομπιούτερ είναι απολύτως αναγκαίο. Δεν θα είχα αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο αν δεν ήξερα να το χρησιμοποιώ, ούτε θα ήταν τόσο εύκολο να κάνω τα αναγκαία χωρίς αυτό. Αλλά, όταν βλέπω τους νέους χωμένους νυχθημερόν σε ένα κινητό και σε ένα κομπιούτερ, ματώνει η καρδιά μου. Η δική τους πάντως δεν ματώνει καθόλου».

Ως ψυχολόγος και καλλιτέχνις, τι εξοργίζει σήμερα τη Μαριάννα Τόλη και τι την ευχαριστεί; «Ως μέλλουσα ψυχολόγος. Πρέπει να τελειώσω και το μεταπτυχιακό μου πρώτα πριν με αποκαλέσετε ψυχολόγο. Έχω εξασκηθεί στο να μην εξοργίζομαι πολύ, γιατί κάνει κακό στην υγεία. Με ευχαριστεί να βλέπω ανθρώπους να ψάχνουν την αλήθεια μέσα τους, γιατί αυτό τους προσφέρει τη δυνατότητα να συνάψουν πιο ειλικρινείς σχέσεις και φιλίες και να μεγαλώσουν υγιή παιδιά. Ως καλλιτέχνις προσπαθώ να μην εξοργίζομαι με τα απίθανα που βλέπω στην τηλεόραση και χαίρομαι αφάνταστα να βλέπω, σε αυτή τη δύσκολη εποχή, τα καλά θέατρα ασφυκτικά γεμάτα με κόσμο».

Σπούδασε στην Αμερική και την Αγγλία. Τι έμαθε η Μαριάννα Τόλη στην Ελλάδα που δεν το είχε διδαχτεί σε καμία σχολή; Μετάνιωσε που δεν έμεινε έξω; «Στην Αμερική και στην Αγγλία έμαθα τον σεβασμό στην τέχνη και στο ταλέντο», λέει.

«Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Ένιωθα σαν να με έσπρωχναν χίλιοι άνεμοι και γνώρισα απέραντους κόσμους που τότε για την Ελλάδα ήταν άγνωστοι. Αυτό που είμαι το οφείλω στα ταξίδια μου. Επίσης στην Ελλάδα έπρεπε να μάθω πως, ότι και αν είμαι, θα πρέπει να το αποδεικνύω κάθε μέρα και δεν ήταν και πολύ σίγουρο πως πάντα θα ήταν αποδεκτό, γιατί αυτό που ήμουν ήταν λίγο διαφορετικό. Δεν είχε ελληνικές ρίζες. Μέχρι να αρχίσει η Ελλάδα να αγαπά και να καταλαβαίνει το μιούζικαλ, τα πράγματα ήταν δύσκολα. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι μετάνιωσα που έμεινα εδώ. Ούτε θέλω να χρησιμοποιήσω σαν δικαιολογία αυτό που έχω ακούσει πολλές φορές: «Αν είχες μείνει έξω θα είχες καταφέρει περισσότερα πράγματα». Είναι πολύ απλό, στα 17 μου χρόνια που πήγα να σπουδάσω, δεν ήμουν τόσο γενναία ώστε να μείνω έξω για πάντα».

Comment

Mary Katrantzou: «Με εμπνέει ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε την ζωή οι Έλληνες»

December 29, 2014 Sandy Tsantaki

Η Μαίρη Κατράντζου δεν είναι η Σοφία Κοκοσαλάκη, κι ας προσπαθούν αρκετοί να την προωθήσουν σαν την διάδοχο της Ελληνίδας σχεδιάστριας μόδας που επανατοποθέτησε την ελληνική μόδα στον παγκόσμιο χάρτη. Η Μαίρη Κατράντζου δεν έχει ανάγκη ούτε από την Κλόντια Σίφερ, ούτε από style icons όπως η Αnna Dello Russo που την έχουν ήδη ανακαλύψει, να λειτουργούν σαν κράχτες. Η Mary Katrantzou αποτελεί ένα δυναμικό fashion brand που εξελίσσεται, αλλάζει σχήμα, προκαλεί χωρίς να προκαλεί.  

- Πώς περιγράφεις την τελευταία σου συλλογή και τι μπορείς να προδώσεις από την επόμενη; 

- Η τελευταία μου συλλογή ήταν μια εξερεύνηση εσωτερικών χώρων. Η έμπνευση ήρθε από φωτογραφίες του Guy Bourdin και του Helmut Newton. Kοιτάζοντας τη δουλειά τους, παρατήρησα ότι οι γυναίκες στις φωτογραφίες ήταν ντυμένες απέριττα. Βασικό ρόλο τις εικόνες τους έπαιζαν τόσο οι κοπέλες που πρωταγωνιστούσαν, όσο και τα δωμάτια, στα οποία, στηνόταν η φωτογράφηση. Ο χώρος «έντυνε» τις γυναίκες και ήταν καθοριστικός στην αισθητική της εικόνας. Σκέφτηκα, αντί να είναι το γυναικείο σώμα τοποθετημένο μέσα στα δωμάτια, όπως στις φωτογραφίες, να βάλω τα δωμάτια πάνω στο γυναικείο σώμα. Άρχισα να εξερευνώ παλιά περιοδικά, Αrchitectural Digest και World of Interiors, για να δημιουργήσω τα prints. Λόμπι ξενοδοχείων, φωτογραφίες του Slim Aarons και μια ματιά στο Palm Beach του 70, είναι κάποιες από τις εικόνες που χρησιμοποίησα για να σχεδιάσω τη συλλογή. 

Η ιδέα μεταφράστηκε και στα πατρόν όπου μιμηθήκαμε το ντραπέ των κουρτινών, δίνοντας μια πιο αέρινη δομή στα φορέματα και παράλληλα βασίσαμε φούστες σε βικτοριανά αμπαζούρ, με κατασκευή μίνι-κρινολίνου. Είχε μια σουρρεαλιστική οπτική αυτή η συλλογή, αλλά νομίζω ότι ήταν ιδιαίτερη και η ιδέα, ήταν κάτι καινούργιο και σύγχρονο για τη μόδα σήμερα. 

Όσο για την επόμενη, το μόνο που μπορώ να πω, είναι ότι θα είναι πιο σκοτεινές οι αποχρώσεις, και ότι με ενδιαφέρει η περίοδος του μεσοπολέμου στην Ευρώπη και η ιδέα του να δουλεύουν συλλογικά καλλιτέχνες για να δημιουργήσουν ένα έργο εφαρμοσμένης τέχνης. 

- Ποια είναι η χειρότερη και η καλύτερη κριτική, προφορική και γραπτή, που έχεις εισπράξει μέχρι σήμερα;

- Η καλύτερη κριτική ήταν αυτή του Hamish Bowles που μου είχε πει ότι πιστεύει ότι τα έργα μου θα είναι σε κάποιο μουσείο στο μέλλον και ότι αποτελούν τομή στο τι θεωρείται μόδα και τι μπορεί να δημιουργήσει κάποιος με ένα print. Επίσης με άγγιξε η κριτική του Tim Blanks στο style.com. Αναφέρθηκε στο πόσο απλή ήταν η ιδέα που αναρωτήθηκε στην τεχνική δεξιοτεχνία των prints. Δε θυμάμαι χειρότερη συγκεκριμένα. Ίσως στην αρχή που ο κόσμος δεν γνώριζε ότι οι συλλογές είναι επιτυχημένες εμπορικά και αναρωτιόντουσαν που θα μπορούσες να φορέσεις τα ρούχα, τα θεωρούσαν δύσκολα. 

Διαβάζω μετά από κάθε συλλογή κάθετι που γράφεται από κριτικούς αλλά και από bloggers. Όσο πιο νέος ξεκινήσεις, κάθετι που γράφεται μπορεί να αποτελέσει κομμάτι του σχεδιαστή, στον οποίο, θα εξελιχτείς. Κοιτάω τις αδυναμίες που μπορεί να διακρίνουν και με κάθε συλλογή, προσπαθώ να εξελιχτώ. Επίσης, πολλές φορές έχω επηρεαστεί ουσιαστικά διαβάζοντας πράγματα για τη δουλειά μου και το βάθος των ιδεών μου που δεν έχω συνειδητοποιήσει η ίδια.

- Ποιόν θεωρείς τον μεγαλύτερο ανταγωνιστή σου και γιατί; 

- Είναι δύσκολη ερώτηση γιατί ο τρόπος με τον οποίο δουλεύω είναι τόσο ιδιαίτερος που δεν μπορώ να πω ότι νιώθω να έχω συγκεκριμένο ανταγωνιστή. Πολλές φορές συγκρίνομαι με άλλους σχεδιαστές του Λονδίνου που χρησιμοποιούν prints, όπως ο Erdem, ο Peter Pilotto ή ο Christopher Kane, αλλά ο καθένας έχει το δικό του ύφος και χαρακτήρα. Δεν δημιουργώ ένα κοινό τύπωμα ή ένα floral μοτίβο, έχει βάθος η δουλειά μου και οι συλλογές μου είναι θεματικές και αναγνωρίζουν τη σχέση του print με το γυναικείο σώμα. Το print για μένα είναι όσο καθοριστικό είναι το κόψιμο ή το ντραπέ για κάποιον άλλον σχεδιαστή.

 - Σε τι σε βοήθησαν οι σπουδές σου, η συνεργασία σου με τη Σοφία Κοκοσαλάκη και ποια πιστεύεις ότι αναδεικνύει καλύτερα τα ρούχα σου; 

- Οι σπουδές μου με βοήθησαν περισσότερο στο να εξελίξω τον τρόπο με τον οποίο δουλεύω, να βρω την αυτοπεποίθηση και να πιστέψω στη δουλειά μου για να δημιουργήσω τη δική μου καλλιτεχνική ταυτότητα. Το Saint Martins με βοήθησε σε αυτό πολύ. Από την Σοφία Κοκοσαλάκη έμαθα πως δουλεύει ο χώρος και πόσο σκληρή δουλειά χρειάζεται για να καταξιωθείς. Ήμουν μαζί της για πολύ μικρό χρονικό διάστημα αλλά ήταν η μόνη μου εμπειρία στον χώρο, πριν ξεκινήσω τη δική μου σειρά. Όσο για το ποια αναδεικνύει τα ρούχα μου καλύτερα, δεν έχω μια συγκεκριμένη γυναίκα στο μυαλό μου όταν σχεδιάζω. Τα prints μου είναι έντονα και χρειάζονται μια δυνατή γυναίκα που δεν φοβάται να είναι διαφορετική. Η Anna Dello Russo φόρεσε ένα από τα looks από την καλοκαιρινή συλλογή μου του 2011 στο Παρίσι και το φόρεσε με πεποίθηση. Η Claudia Schiffer επίσης φόρεσε ένα κομμάτι στα British Fashion Awards και το φόρεσε με κομψότητα. Διαφέρει από γυναίκα σε γυναίκα αλλά θεωρώ ότι υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής κι αυτός είναι να υπάρχει καλλιτεχνική νοημοσύνη. 

- Tι μπορεί να σε εμπνεύσει από τη σύγχρονη Αθήνα και τι από το Λονδίνο;

- Με εμπνέει ο μοναδικός τρόπος, με τον οποίο, αντιμετωπίζουμε την ζωή οι Έλληνες. Έχουμε έναν δικό μας τρόπο στη συμπεριφορά, πολύ άμεσο, αλλά και το ντύσιμο. Είναι πάντα επιμελημένο και συχνά, ουσιαστικά προσωπικό. Στο Λονδίνο με εμπνέει η πληθώρα διαφορετικών χαρακτήρων και απόψεων. Έχει μια ιδιαίτερη ενέργεια σαν πόλη και δύο άκρα μπορούν να συνυπάρξουν και να δημιουργήσουν έναν ιδιαίτερο διάλογο. Η γυναίκα είναι επιμελώς ατημέλητη και νομίζω με έχει βοηθήσει να δω πέρα από το ελληνικό πρότυπο της πολύ προσεγμένης εμφάνισης, όπου η κάθε λεπτομέρεια είναι στην εντέλεια. Αυτό που πάντα κρατάω είναι το class της Ελληνίδας, και αυτό έχει διάρκεια-είναι πέρα από κάθε περιοδική τάση της μόδας. 

- Τα γραφιστικά μοτίβα είναι το φόρτε σου. Πόσο μπορεί να εξελιχτεί αυτό σαν ιδέα;

- Όσο υπάρχει έμπνευση μπορεί να αλλάζει και να εξελίσσεται το μοτίβο και τα τυπώματα. Πάντα έχω σα γνώμονα την ίδια την τέχνη, σαν πηγή έμπνευσης. Τα prints μου ήδη έχουν αυτό το φίλτρο. Έχω βασίσει συλλογές σε μπουκάλια αρώματος, σε φυσητό γυαλί, σε πορτρέτα του 18ου αιώνα και πιο πρόσφατα σε εσωτερικούς χώρους. Η ιδέα είναι να δημιουργήσεις μια νέα εικόνα που δε θα μπορούσες να φορέσεις αν το αντικείμενο αυτό ήταν αληθινό. 

Είναι μια εξέλιξη του trompe l'oeil στη μόδα. Δεν είναι οι πέρλες ή τα trompe l'oeil κουμπιά που έχουμε συνηθίσει από τη Chanel και τον Μoschino. Είναι ένα print που αντικατοπρτρίζει ένα κομμάτι της πολυτέλειας, με το οποίο, μπορείς να πλάσεις το γυναικείο σώμα και να τονίσεις τη γυναικεία γραμμή. Όσο μπορώ να σχεδιάζω prints που να είναι σύχρονα και επιθυμητά, τόση διάρκεια θα έχει και η δουλειά μου. 

- Tι σκέφτεσαι σε περίοδο οικονομικής κρίσης και ποιο είναι το μήνυμα που μεταδίδεις στους συνεργάτες σου;

- Είμαι πάντα σκεπτική και προσεκτική αλλά έχω υπάρξει τυχερή γιατί η δουλειά μου σε δυο χρόνια μόλις, είχε δεκαπλάσια αύξηση των πωλήσεων από την πρώτη σεζόν και υπάρχει μια ανοδική τάση με κάθε συλλογή μου. Ξεκινώντας τη δουλειά μου σε περίοδο κρίσης, με ανάγκασε πολύ σύντομα να πρέπει να βρω τι με κάνει να ξεχωρίζω από τους άλλους σχεδιαστές και τι περιμένει ο κόσμος από μένα. Ήμουνα τυχερή γιατί οι αγοραστές έψαχναν κάτι καινούργιο για να προσελκύσουν τον κόσμο ξανά και το βρήκαν στη δουλειά μου. Ήταν ρίσκο φαντάζομαι στην αρχή γιατί η δουλειά μου είναι ιδιαίτερη αλλά πίστεψαν σε μένα και ανταποκρίθηκε ο κόσμος. Όταν είσαι νέος σχεδιαστής δεν έχεις minimum παραγγελίες, ή το minimum είναι σχετικά χαμηλό, οπότε είχαν την ευκαιρία να με δοκιμάσουν. Είμαι πολύ προσεκτική σε κάθε μου βήμα για να χτίσω πάνω σ'αυτό και 60% του χρόνου μου το αφιερώνω στο να οργανώσω την εταιρία, την παραγωγή και όλα τα λογιστικά. Δεν υπάρχουν πια πολλοί χορηγοί που σε καλύπτουν όπως γινόταν παλιά. Είμαι τυχερή που έχω την υποστήριξη του New Gen και κατ'επέκταση του Topshop. Θα με βοηθήσει σίγουρα στα επόμενα βήματα μου και το Swiss Textile Αward που αποσπάσαμε. 

Η κρίση έχει ξεκαθαρίσει το τοπίο. Για να σταθείς πρέπει το προϊόν να πουλάει, να έχει αξία. Η ομάδα μου πάντα με υποστηρίζει και μου δίνει το 100%, ακόμη κι όταν δεν είχα να πληρώσω κανέναν, στην αρχή. Τώρα έχουμε μεγαλώσει αρκετά ώστε να μπορώ να τους προσφέρω σταθερότητα. Όλοι έχουμε έναν κοινό σκοπό, να χτίσουμε με σταθερά βήματα μια δυνατή επιχείρηση και να δημιουργούνται κάθε σεζόν νέες ιδέες που θα εξελίξουν τον χαρακτήρα της δουλειάς μου. 

- Τι σου αρέσει να αντιγράφεις και να μεταλάσσεις μέσα από τις δημιουργίες σου;

- Τα θέματα των τυπωμάτων μου είναι πάντα από τον χώρο του ντιζάιν. Παίρνω ιδέες που δεν έχουν συνήθως σχέση με τη μόδα και υπάρχει ένα πνεύμα στις επιλογές μου. Υπάρχει ένα σουρρεάλ ύφος στις ιδέες που δημιουργώ. Η ιδέα με το μπουκάλι ξεκίνησε από μπουκάλια αρώματος όπως αυτό του Gaultier, του Givenchy και της Schiaparelli, που είναι βασισμένα στο γυναικείο σώμα. Πήρα αυτήν την ιδέα και την ανέτρεψα, βάζοντας το μπουκάλι πάνω στη γυναίκα και δημιουργώντας μια καμπυλωτή γυναικεία σιλουέτα.

Αντίστοιχα στην τελευταία συλλογή μου, πήρα έμπνευση από φωτογραφίες μόδας όπου η γυναίκα είναι πλαισιωμένη σε δωμάτιο και ανέτρεψα ξανά την εικόνα τοποθετώντας το δωμάτιο πάνω στη γυναίκα. Η ιδέα αρχικά έμοιαζε εκκεντρική αλλά η συμμετρία των γραμμών και τα χρώματα κολακεύουν το γυναικείο σώμα. Πάντα υπάρει αυτός ο ρεαλισμός στη δουλειά μου. Η ιδέα μπορεί να είναι ιδιαίτερη αλλά όταν φοράς το ρούχο βλέπεις το χρώμα και το αποτέλεσμα, θέλω να πιστεύω, είναι αβίαστο και έχει μια ρεαλιστική ταυτότητα. 

- Πώς εκμεταλλεύεσαι Facebook, Twitter και άλλα μέσα για την προώθηση της δουλειάς σου;

- Για εμένα και τα δύο είναι καινούργια μέσα που μόλις έχω αρχίσει να εκμεταλλεύομαι. Μου αρέσει η αμεσότητα και το ότι μπορείς να επικοινωνείς ανοιχτά με τον κόσμο ανά πάσα στιγμή. Μπορούν σαν εργαλεία να βοηθήσουν πολύ στο να δημιουργήσεις έναν κόσμο γύρω από τη δουλειά σου αλλά και να ελέγξεις την εικόνα που περνάς προς τα έξω και τι αντιπροσωπεύεις. Οι οίκοι Burberry και Hermes έχουν εισάγει καινούργιες ιδέες που έχουν υπάρξει πολύ αποτελεσματικές στο να προσελκύσουν κόσμο και να δυναμώσουν την online εικόνα τους. 

- Για ποιον οίκο μόδας θα ήθελες να δουλέψεις σαν creative director; 

- Θα ήθελα να μου δοθεί η ευκαιρία να δουλέψω σαν creative director ενός οίκου όπως είναι ο Moschino, ο Hermes ή της Elsa Sciaparelli. Είναι οίκοι με μεγάλη ιστορία στα τυπώματα και στην χρήση των έντονων χρωμάτων, που πιστεύω ότι θα μπορούσα να δημιουργήσω κάτι καινούργιο και να χτίσω πάνω σε αυτήν την ιστορία. Πάντα με ενδιέφερε μια συνεργασία με τον οίκο Bulgari επίσης αλλά μια διαφορετικού είδους συνεργασία. Τώρα νιώθω ότι όλη η ενέργεια μου διοχετεύεται στο να χτίσω το δικό μου όνομα κι αυτό χρειάζεται απόλυτη προσήλωση και πολύ δουλειά. 

- Πόσο κοστίζει η μόδα της Mary Katrantzou και πώς στήνεται και αποδομείται; Ποιο είναι το price range και πως ξεκινάς μια συλλογή για να την εξελίξεις σε επόμενες σεζόν; 

- Οι τιμές κυμαίνονται ανάλογα με το ρούχο. Υπάρχουν κομμάτια που κοστίζουν 500 και άλλα, πιο ιδιαίτερα κομμάτια, που φτάνουν τα 11.000 ευρώ. Μεγάλο ρόλο ακόμη παίζουν τα κομμάτια του σόου αλλά από την Ανοιξη/Καλοκαίρι του 2011 έχουμε εισάγει στη συλλογή φουστάνια σε ζέρσεϊ και από πιο απλά κομμάτια, όπως φουλάρια και μεταξωτές μπλούζες που είναι πιο καθημερινά. Βασικό ρόλο παίζουν τα φορέματα (κοκτέιλ και βραδινά) αλλά έχουμε και πουκάμισα, σακάκια και φούστες. Όσο θα εξελίσσεται η σειρά, θα προστίθενται περισσότερα κομμάτια. 

Comment

Μisia: «Βαρέθηκα τις συγκρίσεις, αν και συμβαίνει σε όλους μας»

December 17, 2014 Sandy Tsantaki

Aν και οι περισσότεροι την γνωρίζουμε ως τη διάδοχο της Aμάλια Pοντρίγκες, η Misia δεν αποδέχεται τον τίτλο. Eίναι η ερμηνεύτρια της μελαγχολικής, παραδοσιακής μουσικής έκφρασης της Πορτογαλίας, των φάντο, αλλά όχι η νέα Aμάλια. Δανείστηκε το όνομα της από την Misia Sert, μούσα του Mαλαρμέ, ερωμένη του Πικάσο και του Προυστ, τραγουδάει για τον έρωτα και την μοναξιά, επενδύει στην ποίηση και τον ρεαλισμό, καταργώντας τα στερεότυπα. Tην εντόπισα στη Λισσαβόνα. Σας παρουσιάζω την εκπρόσωπο του νουέβο φάντο, τη νέα πρέσβειρα της Πορτογαλίας.


- Γιατί επιλέξατε τα φάντο ως τρόπο έκφρασης;
- Kαταρχήν γιατί θεωρώ ότι είναι μια ιδιαίτερα δυνατή γλώσσα, αν και αρκετά παραμελημένη και συχνά κακοποιημένη. Δεν είναι τόσο η μουσική που με τράβηξε, όσο η ποίηση. Yπάρχουν πολλά κομμάτια φάντο που δεν μου αρέσουν, κυρίως λόγω του περιεχομένου τους. Έχω βαρεθεί τα φάντο από τα σίξτις που μιλούσαν μόνο για την φτώχεια, την θλίψη και την απαισιοδοξία.


- Ποιά είναι η δική σας προσέγγιση;
- Όταν ήμουνα τινέιτζερ, αντιμετώπιζα με μεγάλη καχυποψία και κριτική ματιά την παραδοσιακή πορτογαλική μουσική. Mόνο όταν ταξίδεψα στην Bαρκελόνη και έμεινα κοντά στη γιαγιά μου, νοστάλγησα τα αληθινά φάντο και αναζήτησα την ευαισθησία της ποίησης στους στίχους. Mεγάλωσα με φάντο, αγαπώ τη μουσική της πατρίδας μου αλλά πάντα θα κάνω αυστηρές επιλογές στα τραγούδια που αποφασίζω να ερμηνεύσω. Σέβομαι τους ανθρώπους που γράφουν μουσική αλλά δεν συνεργάζομαι παρά μόνο με λίγους.


- Πώς νιώθετε όταν σας αποκαλούν διάδοχο της Aμάλια;
- Bαρέθηκα
τις συγκρίσεις, αν και συμβαίνει σε όλους μας. Aλλά έχω μάθει να είμαι πάρα πολύ προσεκτική και επιφυλακτική με αυτά τα πράγματα. O κόσμος το κάνει διαρκώς γιατί δεν έχει κανένα άλλο σημείο αναφοράς. Δεν θα υπάρξει δεύτερη Aμάλια, ούτε θα ξαναγεννηθεί ποτέ η διάδοχος της Pοντρίγκες. H Aμάλια Pοντρίγκες έχει αφήσει τη δική της αύρα και θα σέβομαι για πάντα τη μνήμη της. Βαρέθηκα να ακούω κάθε φορά που εμφανίζεται μια νέα τραγουδίστρια, πως είναι η νέα Aμάλια.


- Πόσο μελαγχολικές είναι τελικά οι μελωδίες που ερμηνεύετε;
- H λέξη fado προέρχεται από την λατινική fadum και σημαίνει μοίρα, το πεπρωμένο. Aυτός δεν είναι και ο ορισμός της ανθρώπινης ύπαρξης;


- Tι μουσική σας αρέσει να ακούτε;
- Kυρίως κλασική αλλά και ακούσματα από όλες τις χώρες της γης.

- Tίποτα ελληνικό;
- Oταν είχα έρθει στη Θεσσαλονίκη, εντυπωσιάστηκα από μια κοπέλα που τραγουδάει φάντο, ζει στο Παρίσι και νομίζω πως δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή τόσο στην Eλλάδα αλλά περισσότερο στο εξωτερικό: την Aγγελική Iωννάτου.


- Ποιό κομμάτι αφιερώνετε στις συναυλίες σας στο ελληνικό κοινό;
- Tο «Diagonal Passion», ένα τραγούδι με παραδοσιακή μουσική και στίχους για την ανθρώπινη μοίρα. Ξέρω ότι οι Eλληνες γνωρίζουν καλά την σημασία της λέξης.

Comment

Τom Ford: «Ήθελα να γίνω κινηματογραφικός αστέρας, όχι ηθοποιός»

December 8, 2014 Sandy Tsantaki

Δύσκολα θα ξεχάσω αυτή τη μέρα: Tρίτη 28 Σεπτεμβρίου 1999, απόγευμα στις 6, Palazzo della Permanente. Η πρώτη συνάντηση με τον Τom Ford στο Μιλάνο. Δεν είναι η πρώτη φορά που γνωρίζω από κοντά έναν λαμπερό πρωταγωνιστή της μόδας στα παρασκήνια. Είναι σίγουρα η πρώτη που συναντώ κάποιον με τόση ακτινοβολία. Ο θαυματοποιός, ο πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Gucci, ο πιο περιζήτητος σχεδιαστής στον κόσμο, ένας τελειομανής περφόρμερ του στυλ.

Ακόμη φυλάω την ασημένια πρόσκληση από την πρώτη επίδειξη Gucci που παρακολούθησα. Μετά το ενθουσιώδες χειροκρότημα, βρέθηκα στα παρασκήνια, μαζί με την Giselle και την Maggie την ώρα που μεταμορφώνονταν σε καθημερινά κορίτσια, ανάμεσα σε δεκάδες λακ, καλλυντικά, πολυπόθητα αξεσουάρ και ρούχα και τον Mr Gucci να με κερδίζει με την πρώτη ματιά.

Ναι από κοντά είναι πιο γοητευτικός από ότι στις φωτογραφίες. Ντυμένος στα μαύρα όπως συνηθίζει, με ρούχα αποκλειστικά Gucci, ψηλός, ηλιοκαμένος, με κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά και σέξι φωνή, σκούρα μάτια, τέλεια χαρακτηριστικά, θα μπορούσε να συναγωνιστεί ακόμη και τον George Clooney σε φωτογένεια. Aν μπορούσε να αλλάξει κάτι στην εμφάνιση του, δεν θα είχε αντίρρηση να είχε πιο πυκνά μαλλιά. Πάντως δεν πρέπει να τον ενοχλεί όταν του λένε πόσο γοητευτικός είναι. «Μάλλον το απολαμβάνω», έχει δηλώσει.

Ο Τom Ford συνάντησε τον Yves Saint Laurent δύο φορές στη ζωή του, στη Νέα Υόρκη και το Παρίσι. Τον έχει χαρακτηρίσει τον σημαντικότερο couturier στον κόσμο. «Είναι ο εφευρέτης της σύγχρονης γκαρνταρόμπας και η πρώτη μου επαφή με τον κόσμο της μόδας. Οι γυναίκες οφείλουν στον Saint Laurent το γεγονός ότι φορούν παντελόνια.»

Στον Τom Ford οφείλουμε την ανανέωση του Gucci, την επιστροφή της χλιδής, τις λίστες αναμονής. Πόσο πιστεύει ο ίδιος στην προώθηση των ρούχων από αστραφτερές και δημοφιλείς προσωπικότητες; «Kανείς δεν έχει ανάγκη από ένα ακόμη ζευγάρι παπούτσι Gucci. Πρέπει να δημιουργήσουμε την ανάγκη, ακόμη και την ψευδαίσθηση ότι αυτό που έχουμε στη ντουλάπα έχει παλιώσει, με τέτοιον τρόπο ώστε να θέλουμε διαρκώς να αποκτήσουμε κάτι καινούργιο. Oι διάσημες γυναίκες μας βοηθούν να δημιουργήσουμε στους πελάτες μας την επιθυμία για νέες κατακτήσεις».

Αυτός είναι ο κόσμος του Tom Ford. Ο κόσμος των όμορφων ανθρώπων, των ονειρεμένων ρούχων, της αποπλάνησης και του παραμυθιού. Διάσημος, ωραίος, μοιάζει τουλάχιστον 10 χρόνια νεότερος από ότι είναι, και πλούσιος. Δεν έχει παράπονο. Παραδέχεται ότι ήταν κάτι που επιδίωξε: «Γεννήθηκα ώριμος, φιλόδοξος, ένας τύραννος», έχει πει. Από την γενέτειρα του το Τέξας, βρέθηκε στη Νέα Υόρκη και αργότερα στο Παρίσι, στο ατελιέ της Cathy Hardwick και του Perry Ellis. Σύνδεσε το όνομα του με τον Gucci, οίκο με ιστορία 70 χρόνων, από το 1990, με λαμπερά ονόματα και ακόμη πιο εντυπωσιακές εξαγορές.

Σήμερα μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στο Λονδίνο, το Παρίσι, την Φλωρεντία, το Μιλάνο, τη Νέα Υόρκη. Καλοί του φίλοι είναι η Juliette Lewis, ο Gabriel Byrne, η Gwyneth Paltrow, ο Εlton John, ο Τom Hanks... Δεν έχει επιλέξει να ζει σε γυάλινο κλουβί, ούτε κυκλοφορεί με σωματοφύλακες και λιμουζίνες. Θεωρεί ότι η ευθύνη είναι μεγάλη. «Έχω ανάγκη να βιώσω την καθημερινότητα. Έχω φίλους, διάσημους ηθοποιούς που έχουν αποδεχτεί αυτόν τον τρόπο ζωής. Eίναι καθαρά θέμα επιλογής.»

Αναρωτιέμαι αν τον αναγνωρίζουν αφού είμαι σχεδόν σίγουρη ότι τον σταματούν στο δρόμο για να του ζητήσουν αυτόγραφο. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. «Με ρωτούν συχνά αν είμαι σχεδιαστής, για ποιόν δουλεύω, τι δουλειά κάνω ... Ούτε τρομοκράτης να ήμουνα». Ο Tom Ford βρίσκεται διαρκώς με μια βαλίτσα στο χέρι. Αν παραπονιέται ο Tom Ford για κάτι, είναι γιατί τον σταματούν σχεδόν πάντα στο αεροδρόμιο. «Ψάχνουν τα χαρτιά μου, την τσάντα μου, συχνά μου κάνουν ακόμη και σωματικό έλεγχο, φέρνουν τα σκυλιά, ψάχνουν τα πάντα. Ίσως επειδή φοράω μαύρα. Μια φορά έβαλα λευκό πουκάμισο και πάλι με σταμάτησαν. Δεν ξέρω, ίσως φταίει κάτι στο ύφος μου».  

Αν νιώθει ότι η εμφάνιση του τον βοήθησε στην εξέλιξη του στον χώρο της μόδας; Ναι, δεν το κρύβει. «Σήμερα όλα γίνονται για την ομορφιά και τη δημοσιότητα. Το γεγονός ότι μπορώ να σταθώ μπροστά σε μια κάμερα και να νιώσω άνετα, σίγουρα με βοήθησε.»
Όταν ήταν παιδί δεν έμοιαζε
με τα συνομήλικα του αγόρια, δεν έπαιζε ποδόσφαιρο, ούτε ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής. Έζησε κοντά στην οικογένεια του γιατί δεν είχε πολλούς φίλους. Ακόμη κι όταν ζούσε στο Tέξας φορούσε λευκά loafers Gucci. Ήξερε ότι έπρεπε να αποδράσει. Ο ίδιος λέει ότι οφείλει πολλά στη μητέρα του. H αισθητική πάντως είναι κάτι έμφυτο για τον Tom Ford, όπως και η αίσθηση του χιούμορ. Λέει ότι έχει οπτικές εμμονές αφού ασκούσε κριτική στο ντύσιμο της μητέρας του, από τότε που πήγαινε στο σχολείο. Ήταν τότε που δεν είχε αποφασίσει ακόμη αν θα σπούδαζε σε δραματική σχολή ή αρχιτεκτονική.

Τελικά πειραματίστηκε και με τα δύο μέχρι να καταλήξει στη μόδα. Σπούδασε αρχιτεκτονική και μετά βρέθηκε στο Parsons School of Design στη Nέα Yόρκη για να δοκιμάσει σύντομα και τις δυνάμεις του ως ηθοποιός. Δεν έγινε ποτέ σταρ της μεγάλης οθόνης, έζησε μόνο τα παρασκήνια των διαφημίσεων. «Δεν έγινα ποτέ αληθινός ηθοποιός, εμφανιζόμουν μόνο σε τηλεοπτικά σποτ. Ήθελα να γίνω κινηματογραφικός αστέρας, όχι ηθοποιός.» Τον είχε κερδίσει ήδη η μόδα.

Aγαπά την αρχιτεκτονική κυρίως ως θεατής. Aκόμη κι αν τη σπούδασε, θεωρεί ότι οριοθετεί κανόνες ενώ η μόδα είναι σίγουρα πιο παιγνιώδης. Aγαπά όμως και την τέχνη αφού πιστεύει ότι σου δίνει ερεθίσματα για να αντιμετωπίζεις τον κόσμο με διαφορετική ματιά. Του αρέσει λέει να αισθάνεται και να εκφράζεται μέσα από το ορατό. Eίναι συλλέκτης. Tα μαθήματα αρχιτεκτονικής ζωντανεύουν και στη μόνιμη κατοικία του στο Παρίσι και στο λευκό λονδρέζικο σπίτι στο South Kensington που θυμίζει «το σπίτι του John Lennon και της Yoko Ono.» Επιδιώκει να φορτίζει τις μπαταρίες του όσο πιο συχνά μπορεί. 

O Tom Ford είναι από τους λίγους ανθρώπους που σε κοιτάζουν στα μάτια και νιώθεις σα να τους ξέρεις χρόνια. Kαι πρέπει να μας γνωρίζει όλους καλά. Πώς αλλιώς να εξηγήσεις το γεγονός ότι ικανοποιεί με τέτοια συνέπεια τις ανάγκες μας και ανταποκρίνεται στα όνειρα μας; Ξέρει να ακούει τις γυναίκες και να τις καταλαβαίνει, να διαβάζει τις σκέψεις τους και να τις ανανεώνει, δεν έχει προδώσει την εμπιστοσύνη τους. Ίσως γι' αυτό οι περισσότερες φίλες του και συνεργάτες είναι γυναίκες αφού προτού λανσάρει οτιδήποτε, ζητάει την γνώμη τους. «Πάντοτε με εμπνέει μια γυναίκα με αυτοπεποίθηση, η γυναίκα εκείνη που με τον τρόπο της έχει κατορθώσει να νιώθει την ίδια σιγουριά με έναν άντρα. O τύπος της γυναίκας που με εμπνέει έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτό της και σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό, αποκαλύπτει τον ανδρισμό της, είναι καταξιωμένη και ικανή να παίρνει αποφάσεις, πολύ δυναμική, εξαιρετικά δυναμική και σέξι.»

Oι σχεδιαστές που τον έχουν επηρεάσει είναι ο Yves Saint Laurent και ο Karl Lagerfeld. O Tom Ford δεν επαναπαύεται. Έχει δηλώσει στο παρελθόν πώς αξίζεις μόνο όσο το τελευταίο σου show. Γιατί επιλέγει για τον εαυτό του αυστηρά το μαύρο; «Νιώθω ηλίθιος με χρώματα, ίσως γιατί είμαι πολύ ντροπαλός», έχει πει.
Mουσική για τον ίδιο σημαίνει ρυθμός, εικόνες, ανάσα, πολιτισμός, ζωή. Eίναι ο βασικότερος «συνένοχος» της δουλειάς του. Έχει σχεδιάσει ρούχα εμπνεόμενος από τον Kurt Cobain και τον Schubert, ακόμη και τη Missy Elliott και τη Cher. Φέρνω στο μυαλό μου όλους τους μουσικούς που έχει ντύσει. Aπό τον Mick Jagger και τα υπόλοιπα μέλη των Rolling Stones μέχρι τον Lenny Kravitz, τον Puff Daddy, τον Maxwell, τον Robbie Williams, τον George Michael, τον Tom Jones. Διάσημες πελάτισσες του από τη μουσική βιομηχανία είναι η Madonna, η Jennifer Lopez, η Courtney Love, η Posh Spice. Το πρώτο πράγμα λέει, που προσέχει σε μια γυναίκα, είναι τα μάτια.


Πιστεύει στην τύχη και αυτό θεωρεί ότι είναι και το πρόβλημα της ζωής του. «Υπήρξα απίστευτα τυχερός. Τυχερός στο παιχνίδι, στον έρωτα, τυχερός στα επαγγελματικά μου. Από εκεί προέρχονται όλα τα άγχη μου. Φοβάμαι μην γίνει κάτι και αλλάξει η μοίρα μου. Γι’ αυτό και συνεχίζω να τρέχω».


Αν τον ενοχλεί κάτι στην καθημερινότητα είναι το γεγονός ότι όλοι φορούν τα ίδια ρούχα, αν και εύχεται ότι στο μέλλον όλοι θα θέλουν να είναι διαφορετικοί από τους γείτονες τους. «Aπεχθάνομαι μόνο ένα πράγμα: όταν μια γυναίκα ντύνεται με ρούχα ενός σχεδιαστή από πάνω έως κάτω. Δεν μου αρέσει να περπατάω στον δρόμο και να συναντώ κάποιον που φοράει αποκλειστικά ρούχα και αξεσουάρ ενός σχεδιαστή. Xαίρομαι όταν βλέπω ανθρώπους που αγόρασαν ένα υπέροχο σακάκι ή παντελόνι ή μια τέλεια τσάντα και παπούτσια και τα έχουν συνδυάσει με το δικό τους τρόπο. Ξέρω ότι ακούγεται κάπως χαζό, αλλά μια επίδειξη μόδας γίνεται για να παρουσιάσεις τα ρούχα και την φιλοσοφία σου σαν εταιρία στον Tύπο και στον καταναλωτή. Ύστερα θα πρέπει ο πελάτης να βρει τον τρόπο που θα ενσωματώσει την συγκεκριμένη ματιά ή κομμάτια αυτής της ιδέας και να τα εντάξει στην καθημερινότητα».

Κάτι κριτικό για το τέλος; Tο μόνο ελάττωμα που παραδέχεται ο ίδιος για τον εαυτό του είναι οι συχνές εκρήξεις αφού η τελειομανία δημιουργεί νεύρα. Μοιάζει να είναι ευτυχισμένος. Ο ορισμός της απόλυτης ευτυχίας για τον Tom Ford είναι να χαλαρώνει στο σπίτι με το σκύλο του και να βλέπει τηλεόραση ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Ή να είσαι μόνος σου στη μέση του πουθενά. Kάπου είχα διαβάσει ότι αν τα παρατούσε μια μέρα όλα θα πήγαινε να ζήσει στην Aφρική. «Tα ζώα, οι απέραντοι ορίζοντες και τα αγρίμια, μου ταιριάζουν πολύ περισσότερο από τη ζούγκλα των πόλεων». 

Comment

Anna Mouglalis: «Έκανα λίγο μόντελινγκ στα 16 μου, και ήμουν άθλια… Νεκρή.»

November 27, 2014 Sandy Tsantaki

Δεν περίμενα να συμπαθήσω τόσο μια γυναίκα σαν την Άννα Μουγκλαλίς. Την γνωρίζω χρόνια, σαν μούσα του Καρλ Λάγκερφελντ πρώτα και μετά σαν ηθοποιό, πολύ πριν υποδυθεί την Κοκό Σανέλ. Τη ζηλεύω και δεν το κρύβω. Ποια γυναίκα δεν θα ήθελε να έχει τον Καρλ Λάγκερφελντ για μέντορα της, να κρύβει στη γκαρνταρόμπα της όλες τις συλλογές της Chanel, ρούχα και αξεσουάρ, πρετ-α-πορτέ και υψηλή ραπτική, καλλυντικά και αρώματα; 

Εμείς μπορεί να περηφανευόμαστε για την ελληνική της καταγωγή (Έλληνας πατέρας, Γαλλίδα μητέρα), όμως η Μουγκλαλίς θεωρείται Γαλλίδα, και όταν την γνώρισα από κοντά, στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, καθώς ήταν η ανάδοχος του 12ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Σινεμά, ανακάλυψα ότι η Αννα Μουγκλαλίς, με τη μπάσα φωνή, δεν ήταν η «δύσκολη» συνομιλήτρια που περιέγραφαν αρκετοί. Μετά την κουβέντα μας ήθελε να πάμε για ποτό... Είπε στη μακιγιέζ που την περίμενε ότι δεν θα τη χρειαζόταν άλλο. Χωρίς botox, με ρυτίδες έκφρασης, γοητευτική με ή χωρίς Chanel, δέχτηκε με χαρά να φύγουμε για να φωτογραφηθεί αλλού. Και τότε είδα την Άννα άνθρωπο, ούτε μοντέλο, ούτε ηθοποιό. Την Αννα που δεν φοβάται να τσαλακωθεί...

- Διαλέξατε τέσσερα φιλμ για να μας δείξετε σαν ανάδοχος του Φεστιβάλ. Πόσες ταινίες είχατε επιλέξει στην αρχή; 

- Μου ζητήθηκε να διαλέξω πέντε και μετά κράτησαν τέσσερις. Είναι ταινίες που αγαπώ. Είναι υπέροχη τύχη να μπορείς να διαλέγεις ταινίες και να τις προβάλεις για να τις μοιραστείς με άλλους. Υπάρχουν αμέτρητα έργα, τα οποία, μου χαρίζουν έμπνευση αλλά εξαρτάται πάντοτε από τη χρονική συγκυρία. 

- Στο Chez Gino ερμηνεύετε ένα νέο είδος, κάτι στο οποίο, δεν σας έχουμε συνηθίσει. Με ποιον τρόπο βιώσατε αυτή την αλλαγή; 

- Είναι η πρώτη φορά που παίζω σε κωμωδία και δεν είναι απλώς ότι παίζω σε κωμωδία αλλά και το πρόσωπο που υποδύομαι είναι κωμικό πρόσωπο. Για μένα ήταν απόλαυση να παίζω αυτόν τον ρόλο. Ο Samuel Benchetrit, σκηνοθετης και σύντροφος μου στη ζωή, με άφησε ελεύθερη να κάνω όλα όσα απαγορεύουν οι άλλοι σκηνοθέτες να κάνεις στα γυρίσματα. Να κάνω μιμήσεις, γκριμάτσες, να μη δίνω καμία σημασία στην εξωτερική εμφάνιση, χωρίς ίχνος καθωσπρεπισμού. Υπάρχει ένα έργο μέσα στο έργο. Αυτή η οικογένεια καταλήγει σχεδόν τυχαία να γυρίζει ένα έργο. Ενα ψεύτικο ντοκιμαντέρ πάνω στη ζωή τους. Οπότε υπήρχε ένα ολόκληρο ερώτημα στην ίδια τη φύση του σινεμά. Κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον για έναν ηθοποιό, γιατί έπρεπε διαρκώς να απευθύνομαι στην κάμερα. Και μ’αυτήν την έννοια ο σκηνοθέτης με άφησε να πάω σε μια κατεύθυνση που με διασκέδασε πάρα πολύ. Στην κατεύθυνση του βωβού κινηματογράφου με επιπλέον την κραυγή. 

- Και το θέμα της ταινίας; Πόσο εύκολο ήταν να γελάς, αντί να κλαις;

- Είναι ένα έργο με θέμα την οικογένεια, παίζει κι ο γιος μας μέσα. Υπήρχε μια ατμόσφαιρα απίστευτης χάρης και εγώ που είχα την τάση να παίζω πιο πολύ δραματικές και σκληρές ταινίες, έμαθα να ξεπερνώ τον φόβο του γελοίου, παίζοντας κωμωδία. Όταν παίζεις σε δραματική ταινία έχεις μια συστολή που στην επιβάλλει το είδος. Στην κωμωδία περνάμε σε κάτι άλλο γιατί αναζητάμε το γέλιο. Οπότε δεν φοβόμαστε τις απίστευτες καταστάσεις. Εγώ χρειάστηκε να μεγαλώσω, να ωριμάσω για να καταφέρω να παίξω κωμωδία. Να αποκτήσω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου γιατί ο κόσμος του γέλιου και της κωμωδίας είναι ένας κόσμος όπου εγκαταλείπεσαι και βγαίνεις από τον εαυτό σου. Είναι πολύτιμο για μένα το ότι κατάφερα να μπω σ’αυτόν τον κόσμο. Συχνά όταν γυρίζουμε ένα δράμα, ιδιαίτερα στις ανατολικές χώρες, όπου ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια πραγματικότητα εξαιρετικά δύσκολη, έρχεται πάντα μια στιγμή, ιδίως όταν κάνει κρύο, που αναρωτιέται κανείς γιατί δεν προτίμησα να παίξω σε κάποιο έργο στις Μπαχάμες... Σ’αυτό το έργο τα γυρίσματα έγιναν στο Βέλγιο όπου έκανε πάλι πολύ κρύο αλλά για μένα ήταν οι Μπαχάμες μου. Πέρασα βδομάδες γελώντας, κάνοντας παρέα με τους συνεργάτες, σε ένα εκπληκτικό κλίμα. Είναι εξαιρετικό να μπορείς να φεύγεις και να πηγαίνεις κάπου αλλού. Γιατί έρχεται μια στιγμή που αναρωτιέσαι αν είσαι ικανός για κάτι άλλο. 

- Και η σκηνοθεσία; Σας χαλαρώνει περισσότερο να είστε πίσω από τις κάμερες;

- Δεν ξέρω αν είναι χαλαρωτικό. Προς το παρόν έχω γυρίσει μόνο μια ταινία μικρού μήκους. Και αναζητώ ακόμη χρηματοδότες για μια μεγάλου μήκους. Αν και δεν είναι πολύ εύκολο γιατί πρόκειται για ένα μικρό film d’auteur. Είναι ένας μαραθώνιος αναζήτησης χρημάτων. Όμως η ικανοποίηση που είχα σκηνοθετώντας ήταν επίσης πελώρια. Δεν θα έλεγα ότι είναι χαλαρωτικό, είναι κάτι πολύ διαφορετικό από την ηθοποιία, γιατί βρίσκεσαι αντιμέτωπος με άπειρα ερωτήματα. Όταν υποδύεσαι έναν ήρωα, μπορείς να μπλεχτείς σε απίστευτους ψυχολογικούς μαιάνδρους, πράγματα που σε κάνουν να απομονώνεσαι. Και τα ερωτήματα που σου προκύπτουν δεν πρέπει ποτέ να τα απαντάς, σε αυτήν την περίπτωση. Απαιτεί μεγάλο δόσιμο η σκηνοθεσία, έχω ανάγκη να με επηρεάζει βαθειά το έργο που σκηνοθετώ, όταν σκηνοθετώ. 

- Έχετε παίξει και σε δύο ελληνικές ταινίες. Έχετε πει ότι επιλέγετε σενάριο και όχι ρόλο... Ισχύει; 

- Ούτως ή άλλως για να επιλέξεις τον ρόλο, πρέπει να έχεις διαβάσει το σενάριο. Είναι αλήθεια ότι πολλές φορές τα κριτήρια μου ήταν αισθητικά. Έργα που έπαιρναν ρίσκα, έργα που δοκίμαζαν κάτι καινούργιο, από το να διαλέξεις έναν ακόμη ρόλο σε κάποιο φιλμ. Όταν μου δόθηκε η ευκαιρία να υποδυθώ την Σιμόν ντε Μπωβουάρ ή την Κοκό Σανέλ, τα πρόσωπα ήταν πολύ πιο δυνατά από την φόρμα του έργου. Σε αυτήν την περίπτωση με απασχόλησε λιγότερο η τρέλα της μορφής, το ρίσκο. Πιστεύω όμως ότι όσο περισσότερο δουλεύει κανείς, τόσο καλύτερος γίνεται... Εγώ μέχρι τώρα ήμουνα απίστευτα απαιτητική και αυστηρή με τον εαυτό μου, οπότε γύρισα πολύ λίγα πράγματα, γιατί αν είχα τον παραμικρό ενδοιασμό, προτιμούσα να μην το αναλάβω. Και να κάνω κάποια άλλη δουλειά από το να ικανοποιώ την ανάγκη μου για σινεμά.Τώρα ηρεμώ, θεωρώ ότι είναι εξαιρετικό να γερνάει κανείς, να οικειοποιείται τους φόβους του, να γνωρίζει κι άλλους βέβαια, οπότε είμαι πιο ανοιχτή, έχω μεγαλύτερο σεβασμό. Παλιότερα έκρινα με απόλυτο τρόπο, λέγοντας αυτό είναι καλό, αυτό είναι αισχρό. Τώρα αυτό που με χαρακτηρίζει είναι ένας βαθύς σεβασμός για τους ανθρώπους που κάνουν πράγματα. Θεωρώ ότι δεν μπορούμε να απορρίπτουμε ένα έργο λέγοντας «αυτό είναι μάπα». Εξακολουθώ να βρίσκω κάποια έργα μάπα αλλά όταν ξέρεις τι δουλειά απαιτεί μια ταινία, έχεις μεγαλύτερο σεβασμό.

- Γιατί οι περισσότερες κοπέλες που ξεκινούν σα μοντέλα την καριέρα τους και στη συνέχεια γίνονται ηθοποιοί, γυρίζουν την πλάτη τους μετά στη μόδα;

- Εγώ έκανα λίγο μόντελινγκ στα 16 μου, και ήμουν άθλια. Αλλά πραγματικά άθλια. Ήμουν εντελώς νεκρή μπροστά στην κάμερα, βαριόμουν αφόρητα και αυτό φαινόταν, και δεν κατάφερνα να κάνω προσπάθεια. Γιατί ο κανόνας του παιχνιδιού όταν είσαι ηθοποιός είναι να καταφέρεις να πετύχεις την ειλικρίνεια της στιγμής.Τότε όμως εγώ το έκανα με επικίνδυνο τρόπο αλλά κυρίως θεωρούσα τον εαυτό μου αποτυχημένο. Δηλαδή ήρθαν και με βρήκαν και μου πρότειναν φωτογραφήσεις, εμένα αυτό μου επέτρεπε να βγάλω χρήματα, αλλά σε κάθε φωτογράφηση, θεωρούσα ότι ο φωτογράφος θα καταλάβαινε ότι ήμουν αποτυχία. Οπότε πέρναγα τις μέρες με φοβερή ένταση, αναρωτιόμουνα πότε θα αποκαλυφθεί η αλήθεια. Σταμάτησα πολύ γρήγορα, αυτό δεν κράτησε ούτε έναν χρόνο. Ημουνα σε ένα πρακτορείο που οι άνθρωποι ήταν πολύ συμπαθητικοί, αλλά εγώ δυσκολευόμουνα, έβρισκα τη δουλειά στείρα.

- Και πώς εμφανίστηκαν ο Κλοντ Σαμπρόλ και ο Καρλ Λάγκερφελντ μπροστά σας;  

- Έγινα ηθοποιός, πήγα στη δραματική σχολή στο Παρίσι και χάρη στο έργο του Κλοντ Σαμπρόλ, συνάντησα τον Καρλ Λάγκερφελντ. Αλλά εξακολουθούσα να έχω προκαταλήψεις για τον χώρο. Η συνάντηση μαζί του ήταν εκπληκτική, βγάλαμε φωτογραφίες αλλά ήταν κυρίως μια εξαιρετική στιγμή γιατί για μένα κάθε φωτογράφηση ήταν μια παρένθεση στη ζωή. Είχα την αίσθηση ότι ήταν μια νεκρή και γελοία στιγμή και σε κάποια φωτογράφηση γνώρισα τον Καρλ. Και ενώ θεωρούσα ότι στο χώρο της μόδας θα συναντούσα τους πιο επιφανειακούς ανθρώπους γνώρισα αυτόν τον άνθρωπο που είναι ο πιο καλλιεργημένος που ξέρω. Ο Καρλ είναι μια μόνιμη έκπληξη για μένα. Με θρέφει και με τις δύο έννοιες. Γιατί με βοηθάει να βγάλω το ψωμί μου αλλά αποτελεί για μένα και μια πρόσκληση στη ζωή. Είναι ο πιο ενδιαφέρον άνθρωπος που γνωρίζω. Εμπνέεται από τα πάντα, όπως ένα μικρό ροκ συγκρότημα, έχει απίστευτες γνώσεις ιστορίας και λογοτεχνίας και μουσικής.

- Και κάπως έτσι διατηρείται για πάντα νέος...

- Ναι γιατί αυτός ο άνθρωπος εφευρίσκει διαρκώς το παρόν του και κυρίως είναι ένας μάστορας, ένας καλλιτέχνης με μαστορική. Όλοι πιστεύουν ότι κοιμάται σε κρεβάτια με ουρανό αλλά στην άκρη του κρεβατιού του έχει χρώματα και μπογιές, είναι ένας άνθρωπος που δεν σταματά ποτέ. Εξάλλου ο ίδιος λέει ότι δεν εργάζεται. Γιατί κάνει διαρκώς πράγματα αλλά πράγματα που τον βοηθούν να ζει και τον εμπνέουν. 

- Η σχέση σας με τη μόδα πλέον;

- Τη μόδα δεν τη γνωρίζω. Μόνο μέσα από αυτόν. Βέβαια όταν βγαίνει ένα φιλμ είσαι αναγκασμένος να κάνεις φωτογραφήσεις και για μένα αυτό είναι πολύ δύσκολο, ειδικά μετά από τις φωτογραφήσεις με τον Λάγκερφελντ να βρω έναν φωτογράφο αντίστοιχου επιπέδου. Η εξαιρετική ευκαιρία που μου έδωσε είναι ότι με κοίταξε και με αυτόν τον τρόπο άλλαξε τη σχέση μου με τη φωτογραφία, με κοίταξε διακρίνοντας ό,τι πιο ιδιαίτερο και περίεργο διαθέτω. Επέλεγε τις πιο περίεργες γωνίες λήψης στο πρόσωπο μου, εκείνες που απέδιδαν περισσότερο τον εαυτό μου. Και αυτό μου έμαθε πολλά γιατί δεν προσπαθούσα να είμαι όμορφη, ήμουν απλώς αυτό που είμαι, όπως με έβλεπε αυτός ο άνθρωπος. Και θεωρώ ότι στην ηθοποιία, είτε πρόκειται για κωμωδία, είτε για δράμα, από τη στιγμή που αναρωτιόμαστε αν το κάνουμε σωστά ή λάθος, αν είμαστε καλοί ή κακοί, σημαίνει ότι δεν είμαστε μέσα σε αυτό που κάνουμε. Αυτό είναι κάτι που μου έμαθε ο Καρλ.

 - Μιλάμε για νεότητα και εγρήγορση πνεύματος. Ως κόρη γιατρού μικρή πίστευα ότι στην οικογένεια μας είμαστε αθάνατοι. Είχατε κι εσείς την ίδια άποψη σαν παιδί; 

- Ο πατέρας μου είναι βελονιστής. Όχι δεν το πίστευα. Η ειδικότητα του πατέρα μου είναι ιδιαίτερη, η οποία, βέβαια διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό την προσωπικότητα μου. Με τις ενέργειες και τον βελονισμό δεν φοβόμαστε το σώμα, δεν φοβόμαστε την αρρώστια δηλαδή, δεν θα πάρεις φάρμακο επειδή έχεις πυρετό αλλά θα συνοδεύσεις το κορμί στην ασθένεια. Αυτό σου προσφέρει μια σχέση με το σώμα τελείως διαφορετική. Η γιαγιά μου πέθανε όταν ήμουνα πολύ μικρή και δεν ήθελε να την αναλάβει κανένας άλλος γιατρός πέρα από τον γιο της. Οπότε για μένα η αθανασία... Μέχρι να πεθάνει τη συνόδευσε ο πατέρας μου στην ασθένεια της. Μέχρι τέλους. Κι εγώ θεωρώ ότι είναι εκπληκτικό που υπάρχει τέλος στη ζωή. Μου αρέσει πολύ αυτό. 

- Υπάρχουν κλισέ που σας εξαγριώνουν στη ζωή σας; 

- Ομολογώ ότι είμαι αρκετά προστατευμένη γιατί δεν έχω τηλεόραση, δεν χρησιμοποιώ το Ίντερνετ, -παρά ελάχιστα-. Η δουλειά μου έχει πολλές ανισότητες. Υπήρχαν στιγμές που είχα μεγαλύτερη έμπνευση αλλά μαθαίνω κάθε μέρα. Τα πράγματα που με αγγίζουν περισσότερο και με κάνουν θηρίο είναι το να το παίζει κανείς μάτσο. Και ο μισογυνισμός. Αυτό με τρελαίνει. Είμαι ένας άνθρωπος απόλυτα φεμινιστής. Απόλυτα. Και το γεγονός ότι δέχτηκα να υποδυθώ την Chanel έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό και με αυτό. Είναι ο μόνος οίκος που δεν αντιμετωπίζει τις γυναίκες σαν σεξουαλικά αντικείμενα αλλά με σεβασμό. Εγώ δεν παίζω σε ταινίες εξαιρετικά δημοφιλείς. Παρόλ’αυτά είναι χρόνια που είμαι σε αυτόν τον οίκο... Είναι ένας οίκος που δεν είναι στο χρηματιστήριο. Με άλλα λόγια είναι ένας πολύτιμος οίκος. Αλλά στον κινηματογράφο συναντάς μισογυνικές συμπεριφορές και προσέχω όταν επιλέγω τους ρόλους μου.

- Και τι είναι αυτό που δεν θέλετε να σας λένε οι άλλοι όταν σας βλέπουν; 

- Πολύ συχνά όταν οι άνθρωποι δεν έχουν τίποτα να πουν λένε ότι είσαι όμορφη. Ίσως αυτό να είναι που με εκνευρίζει. Ταυτόχρονα εξαρτάται πάντα ποιος το λέει... Υπάρχουν άνθρωποι που αναγνωρίζουν την ομορφιά κι αυτό σε κολακεύει. Και άλλοι το κάνουν επειδή δεν μπορούν να δουν τίποτε άλλο. Αλλά είναι περίεργη η σχέση με την ομορφιά γιατί τη μέρα που ο Καρλ Λάγκερφελντ αποφάσισε ότι είμαι όμορφη για εκείνον, οι πάντες συμφώνησαν ότι είναι αλήθεια. Το οποίο είναι εντελώς βλακεία. Αμέσως μετά το συμβόλαιο μπορούσα να φορέσω ένα κοντομάνικο H&M και να μου λένε όλοι πόσο κομψό ήταν πάνω μου... Αυτή είναι η δύναμη του Καρλ Λάγκερφελντ.. Άργησα να μάθω να γελάω αλλά τώρα το διασκεδάζω πολύ. 

Comment

Greekadelia: «Eπιτέλους ένα καλό νέο από την Ελλάδα»

November 23, 2014 Sandy Tsantaki

Τα ονόματα της Κρίστης Στασινοπούλου και του Στάθη Καλυβιώτη είναι γνωστά σε όσους συνηθίζουν να πηγαίνουν σε οικεία, λάιβ μπαρ της πόλης. Πόσοι γνωρίζουν όμως ότι με το άλμπουμ «Greekadelia» (Riverboat Records) βρέθηκαν στην πρώτη θέση του World Music Charts Europe, συγκεντρώνοντας θετικές κριτικές από τις βρετανικές εφημερίδες, από την Guardian μέχρι την Independent, τέσσερα αστέρια και το σχόλιο «επιτέλους ένα καλό νέο από την Ελλάδα»;

Ίσως η κρίση να έχει και τη θετική της πλευρά, ειδικά αν «πουλάς» παράδοση με μια σύγχρονη ματιά, λαούτο και ινδικό αρμόνιο, μεταλλαγμένα, με ρυθμό, ηλεκτρονική διάθεση, ψυχή κυρίως. Αλμπουμ που έγινε πρώτα επιτυχία στο εξωτερικό με ξένη δισκογραφική εταιρία και μουσική που διαδίδεται από στόμα σε στόμα ή «από κομπιούτερ σε κομπιούτερ», όπως λένε οι ίδιοι.

Έχουν ταξιδέψει, σαν ντουέτο, τη μουσική τους στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική, τη Βραζιλία. Πότε άρχισαν να ετοιμάζουν το «Greekadelia»; «Εδώ και πολλά χρόνια με τον Στάθη ακούμε, ψάχνουμε, μελετάμε και παίζουμε κατ' ιδίαν παραδοσιακά τραγούδια, για ευχαρίστησή μας», λέει η Κρίστη Στασινοπούλου. «Το λαούτο, το μπεντίρ, το ινδικό αρμόνιο είναι όργανα με τα οποία παίζουμε τα τελευταία χρόνια. Κάποια στιγμή ο Στάθης άρχισε να πειραματίζεται πάνω τους και με το live looping. Ξεκινήσαμε οι δυο μας μόνο, ως ντουέτο, πειραματικά, να δοκιμάζουμε ένα τέτοιο πρόγραμμα σε κλαμπάκια στην Αθήνα και στο εξωτερικό. Άρεσε παντού και μας ζήταγαν να το κάνουμε και δίσκο. Έτσι ηχογραφήσαμε το «Greekadelia» στο σπίτι μας και με ελάχιστα μέσα».

Κάπως έτσι φτιάχτηκε ένα ελληνικό προϊόν που έγινε πρώτα γνωστό εκτός συνόρων. «Η ιδέα ήταν ότι θέλαμε να πιάσουμε αυτό το «κάτι» που έχει χαθεί από τις περισσότερες σύγχρονες ηχογραφήσεις, αλλά που το νιώθεις ακούγοντας πολύ παλιές ηχογραφήσεις του 1930», εξηγεί ο Στάθης Καλυβιώτης. «Κάτι που δεν έχει να κάνει με τα όργανα και την ενορχήστρωση, αλλά την ατμόσφαιρα του ήχου. Δεν είμαστε παραδοσιακοί μουσικοί, δεν έχουμε γεννηθεί και μεγαλώσει με κάποια συγκεκριμένη τοπική μουσική παράδοση. Παίξαμε αγαπημένα, παραδοσιακά τραγούδια με τον μοναδικό τρόπο που θα μπορούσε να μας εκφράσει, αυτοσχεδιάζοντας και περνώντας τελικά ασυνείδητα τις όποιες επιρροές μας».

Μετά την ηχογράφηση του άλμπουμ, έπρεπε να βρεθεί εταιρία. «Στείλαμε το ηχογράφημα σε τέσσερις εταιρείες του εξωτερικού, η μία αρνήθηκε, οι τρεις απάντησαν θετικά» λέει η Κρίστη Στασινοπούλου. «Διαλέξαμε από ένστικτο εκείνη που μας φάνηκε καλύτερη, συμφωνήσαμε να το κυκλοφορήσουν σε όλο τον κόσμο, το προγραμμάτισαν να βγει μετά από έξι μήνες, μας πήρε λίγο από κάτω που θα έπρεπε να περιμένουμε τόσο πολύ, αλλά πέρασε ο καιρός, και το cd κυκλοφόρησε σε όλο τον κόσμο όπως ακριβώς είχε συμφωνηθεί έξι μήνες πριν».

Οι ίδιοι παραδέχονται ότι δεν θα μπορούσαν να έχουν προβλέψει την επιτυχία του άλμπουμ. «Γιατί οι προηγούμενοι δίσκοι μας είχαν διαφορετικό ήχο. Μάλιστα λέγαμε ότι ήμασταν τρελοί που βγάζαμε κάτι τόσο διαφορετικό και ιδίως σε καιρούς δύσκολους και ανασφαλείς από πλευράς δουλειάς» εξηγεί η Κρίστη Στασινοπούλου. Για να προσθέσει ο Στάθης Καλυβιώτης, «η επιτυχία είναι κάτι που μας έδωσε κουράγιο και ώθηση σε μια πάρα πολύ δύσκολη εποχή».

Οι βρετανικές εφημερίδες έγραψαν εξαιρετικές κριτικές για το άλμπουμ. Όταν ρωτάω τους δύο δημιουργούς του «Greekadelia» να μου πουν πώς ένιωσαν, απαντούν με χιούμορ. «Ήταν μια καλή ευκαιρία να ξεσκονίσω τα αγγλικά μου» λέει η Στάθης Καλυβιώτης. Και η Κρίστη Στασινοπούλου: «Μας συγκίνησε που οι περισσότερες κριτικές ξεκίναγαν με το «να και ένα καλό νέο από την Ελλάδα».

Η πρώτη θέση στο World Music Charts Europe δεν ήρθε τυχαία. H Κρίστη Στασινοπούλου δεν στέκεται μόνο στα charts αλλά και στα «συγκινητικά e-mail που παίρνουμε απ' όλο τον κόσμο». Ο Στάθης Καλυβιώτης αν και παραδέχεται πως είναι οι μοναδικοί Ελληνες που δύο δίσκοι τους έχουν βρεθεί στην πρώτη θέση, παρ' όλα αυτά δεν τον έχουν απασχολήσει ποτέ τα charts. «Η μουσική που μου αρέσει και ακούω, σπάνια βρίσκεται σε charts».

Ρωτάω και τους δύο στη συνέχεια, πώς μεταφράζεται αυτό σε δόξα... «Μεταφράζεται σε μια «πόρτα» που άνοιξε για εμάς και για τη μουσική που έρχεται από την Ελλάδα και έχουμε κάτι να είμαστε χαρούμενοι. Επίσης μεταφράζεται σε αρκετή πλάκα από τους φίλους», είναι η απάντηση του Στάθη Καλυβιώτη. Το κοινό τους είναι «μικρό αλλά πολύ πιστό», όπως λένε, το οποίο χρόνια τώρα πηγαίνει στα μικρά κλαμπάκια, «και μας ακούει και περνάμε καλά». «Από ηλικιωμένους, μέχρι ρασταφάριαν, που κάθονται δίπλα δίπλα, και συχνά χορεύουν και μαζί», όπως λέει ο Στάθης Καλυβιώτης.

Αραγε μπορούν να ζουν πλέον από τη δουλειά τους; Η Κρίστη Στασινοπούλου παραδέχεται ότι «στον συγκεκριμένο χώρο, οι μουσικοί και οι δημιουργοί δύσκολα ζουν από τη μουσική τους και μόνο. Πέρα απ' αυτό, είμαι πολύ ευτυχισμένη και ευγνώμων που η τύχη το 'φερε χάρη στη δουλειά μας να ταξιδεύουμε σε όλον τον κόσμο, παίζοντας τη μουσική μας».

Comment

Κeep Shelly in Athens, Κυψέλη στην Αθήνα, «η γειτονιά των παιδικών μας χρόνων»

November 22, 2014 Sandy Tsantaki

«Μια μπάντα που θα σε κάνει να χαίρεσαι που είσαι λυπημένος. Θα σε στοιχειώσει. Μάλλον δεν θα σε ανεβάσει. Παίζει σε ένα από τα αγαπημένα μας μουσικά είδη: μελαγχολική ντίσκο. Αυτός είναι ο ήχος της έλλειψης και της απώλεια. Ακούγεται σαν τους Πόρτισχεντ, αν τους υποχρέωνες με την απειλή όπλου να γράψουν μουσική για ένα ντοκιμαντέρ για την acid house», έγραψε, ανάμεσα σε άλλα, ο δημοσιογράφος στην εφημερίδα Guardian για το αθηναϊκό ντουέτο των Keep Shelly in Athens (ΚSΙΑ) με αφορμή το σινγκλ «Hauntin' me». Τους έχουν συγκρίνει όμως και με τους Air, τους Everything but the Girl, τους Saint Etienne. Όπως και να 'χει, οι Keep Shelly in Athens (όπως Kypseli ή Κυψέλη στην Αθήνα), η Sarah P (φωνητικά) και ο RΠR (μουσική), έχουν παρόν και μέλλον. Το πρώτο σινγκλ κυκλοφόρησε από αγγλικό label (Τransparent) για να ακολουθήσει και ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ. H μουσική τους; Ηλεκτρονική, χαμηλών τόνων, ατμοσφαιρική, ποπ.

Οι ίδιοι επιδιώκουν να είναι μυστηριώδεις, να μη δίνουν πολλές πληροφορίες για το ποιοι είναι και τι κάνουν. Ίσως γιατί προτιμούν να μιλούν με τα τραγούδια τους, μέσα από το πρώτο τους EP, «In Love with Dusk». 

- Ορισμένοι σάς έμαθαν πρώτα από την κριτική της Guardian και άλλων μέσων και ύστερα από τη δουλειά σας. Πώς ξεκινήσατε εσείς την ιστορία των Keep Shelly in Athens και πώς φαντάζεστε την εξέλιξή της;

- Πράγματι αυτό ισχύει περισσότερο ίσως εδώ στην Ελλάδα. Στην αρχή είχαμε ανεβάσει τα πρώτα μας κομμάτια στο Ιντερνετ, λίγο αργότερα ακολούθησε το πρώτο μας EP σε βινύλιο, όπου γρήγορα εξαντλήθηκε και μετά κάποιες καλές κριτικές από διάφορα μουσικά sites και blogs του εξωτερικού, αυτά πριν από το δημοσίευμα της Guardian το οποίο ακολούθησε αμέσως μετά την κυκλοφορία ενός 7ιντσου βινυλίου στη Βρετανία.

- Με τι μοιάζει η μουσική σας, τι είδος, τι γκρουπ, τι σημείο αναφοράς και τι θα θεωρούσατε προσβολή αν σας έλεγαν ότι θυμίζει;

- Η μουσική μας είναι κατά βάση ηλεκτρονική χαμηλών συνήθως bpm. Αν κάποιος θα ήθελε να μας προσβάλει θα μπορούσε να το κάνει μάλλον ακόμη και αν επικαλούνταν αγαπημένες μας μουσικές.

- Κυψέλη. Ποιος σκέφτηκε τον τίτλο και πώς σας εμπνέει η γειτονιά σας των παιδικών χρόνων και η γειτονιά του σήμερα;

- Ναι. Keep Shelly in Athens. Μας βγήκε αβίαστα. Ακριβώς επειδή είναι η γειτονιά των παιδικών μας χρόνων, μας εμπνέει και την αγαπάμε.

- Πώς και δεν επιλέξατε να γίνετε γνωστοί μέσα από ένα τηλεοπτικό talent show αλλά ακολουθήσατε έναν πιο εναλλακτικό τρόπο;

- Πραγματικά δεν πιστεύουμε ότι επιλέξαμε κανέναν εναλλακτικό τρόπο. Αντίθετα τον κλασικό πατροπαράδοτο τρόπο με τα εργαλεία του σήμερα. Προσπαθούμε δηλαδή να παρουσιάσουμε τη μουσική μας στο κοινό με τον τρόπο που επιλέγουμε εμείς και όχι με τον τρόπο που θέλουν κάποιοι άλλοι, υπαγορεύοντάς μας το τι υποθετικά θα αρέσει στον κόσμο, τι πουλάει...

- Πώς λειτουργεί για εσάς το MySpace, το Facebook, το youtube και πώς τα εκμεταλλεύεστε;

- Είναι απαραίτητα εργαλεία για μια μπάντα του σήμερα που θέλει να επικοινωνήσει με ανθρώπους από όλον τον κόσμο, προσπαθώντας να ακουστεί η μουσική της.

- Το κλισέ παραμένει ότι το στοίχημα θα ήταν να γράφετε τραγούδια στα ελληνικά. Γιατί αγγλικά;

- Τα αγγλικά είναι μια παγκόσμια γλώσσα. Τα επιλέξαμε γιατί θέλαμε και εμείς να επικοινωνήσουμε με όσους περισσότερους ανθρώπους γίνεται. Φυσικά και μας ενδιαφέρει να απευθυνθούμε και να επικοινωνήσουμε με το κοινό και στη χώρα μας.

Comment

Ευγένιος Τριβιζάς: «Αισθάνομαι πολιορκημένος αλλά ευτυχής»

November 19, 2014 Sandy Tsantaki

Ο Ευγένιος Τριβιζάς βρισκόταν στο χιονισμένο Λονδίνο όταν επικοινωνήσαμε για τη συνέντευξή μας. Εγκληματολόγος, καθηγητής, ποιητής παραμυθιών, συγγραφέας, «σκιέρ, μα πάνω απ' όλα πατέρας». Δυσκολεύομαι να μετρήσω πόσα βιβλία του έχουν κυκλοφορήσει μέσα στη χρονιά που μας πέρασε, πόσες θεατρικές παραστάσεις φιλοξενούνται σε παιδικά θέατρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, μαζί με 150 διηγήματα, κόμικς, αλφαβητάρια, μυθιστορήματα, όλα, γραμμένα στη δική του «τριβιζική» γλώσσα. «Όχι ως ηθικολόγος ή κήρυκας, αλλά ως μαγευτικός παραμυθάς», όπως έχει γράψει η Ιndependent. Και ευγενείς κυρίως ήρωες.

- Πόσες ώρες κοιμάστε, τι ονειρεύεστε και ποιο είναι το πρώτο πράγμα που κάνετε όταν ξυπνάτε;

- Κοιμάμαι αρκετά. Ευτυχώς όταν ονειρεύομαι, διάφορες ιδέες, λέξεις και εικόνες, προσπαθώ να τις ανακαλέσω και να τις καταγράψω το πρωί μόλις ξυπνήσω.

- Ποιο ήταν το βιβλίο που ολοκληρώσατε σε χρόνο ρεκόρ και ποιο εκείνο που σας βασάνισε για κάποιον άγνωστο λόγο ιδιαίτερα μέχρι σήμερα;  

- Στην πρώτη τους μορφή, πολλά βιβλία μου έχουν γραφτεί αυθόρμητα μέσα σε μέρες ή βδομάδες, όπως για παράδειγμα οι «Πειρατές της Καμινάδας» (εκδ. Ψυχογιός) ή η ιστορία δύο πειρατών που παίρνουν μια νύχτα Πρωτοχρονιάς τη θέση του Αη Βασίλη. Στην επεξεργασία των λεπτομερειών, όμως, αφιερώνω πολλαπλάσιο χρόνο. Πολλές φορές, η προσπάθεια να δώσω το σωστό όνομα σε ένα χαρακτήρα ή να βρω τις κατάλληλες λέξεις για την περιγραφή του κασκόλ μιας καμηλοπάρδαλης ή της γεύσης ενός φαρμακωμένου μήλου παίρνει περισσότερο χρόνο από το να γράψω ολόκληρο το βιβλίο. Το πιο περίπλοκο απ' όλα μου τα έργα είναι η «Φρουτοπία». Ένα «έπος» 1.700 σελίδων με πολυάριθμους χαρακτήρες.

- Γιατί έχετε επιλέξει να σνομπάρετε με τον τρόπο σας τους ενηλίκους;

- Δεν θα έλεγα ότι σνομπάρω τους ενηλίκους. Απεναντίας, προσπαθώ να τους πείσω να αφαιρέσουν τις παρωπίδες της σοβαροφάνειας και να τους θυμίσω ότι μπορούμε κάλλιστα να ενηλικιωνόμαστε χωρίς να χάνουμε τη φρεσκάδα της ματιάς και τη διάθεση για παιχνίδι, που είναι η ουσία της παιδικότητας. Ευτυχώς ποτέ δεν είναι αργά να ξαναγίνουμε παιδιά.

- Ποια είναι η πιο αυστηρή κριτική που σας έχει κάνει νεαρός αναγνώστης, κάτι που σας έβαλε ίσως σε σκέψεις;  

- Οι νεαροί αναγνώστες δεν χάνουν το χρόνο τους επικοινωνώντας με έναν συγγραφέα για να ασκήσουν κριτική. Η αυστηρότερη κριτική είναι η αδιαφορία τους για τα όσα γράφει.

- Γιατί πρέπει να υπάρχουν απαραιτήτως «κακοί» στα παιδικά παραμύθια αλλά και αντιστροφή των ρόλων;

- Στα παραμύθια μου προσπαθώ να δείξω ότι δεν υπάρχουν καλοί και κακοί χαρακτήρες και ομάδες, αλλά καλές και κακές πράξεις. Αυτό που έχει σημασία, επίσης, δεν είναι τόσο η αντίθεση «καλού» και «κακού», όσο το ποιος, πότε και γιατί ορίζει τι είναι «καλό» και τι είναι «κακό». Δεν έχει τόσο σημασία η πράξη, όσο η ερμηνεία της.

- Ποιους θα κλείνατε μέσα ισόβια;  

- Τους δεσμοφύλακες.

- Υπάρχουν παραμύθια, μυθιστορήματα, θεατρικά, ιστορίες, που θα προτιμούσατε να έχετε υπογράψει με ψευδώνυμο;

- Μπορεί να έχω υπογράψει μερικά, αλλά αυτό κανείς δεν το γνωρίζει.

- Τι θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στην ασταμάτητη παραγωγή ιδεών και εικόνων;  

- Η σιωπή των δειλινών.

- Ποια είναι η πιο τυπική και ποια η πιο ασυνήθιστη αφιέρωσή σας σε βιβλίο;

- Αποφεύγω τις τυπικές αφιερώσεις. Μια από τις πιο ασυνήθιστες είναι εκείνη που έκανα σε διορθώτρια εκδοτικού οίκου, στην οποία αφιέρωσα όλα τα τυπογραφικά λάθη ενός βιβλίου.

- Πώς αισθάνεστε όταν υπογράφετε αυτόγραφα; Νιώθετε σταρ;

- Αισθάνομαι πολιορκημένος αλλά ευτυχής. Για τα παιδιά το αυτόγραφο δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά ευκαιρία για μια έστω και σύντομη προσωπική επικοινωνία. Γι' αυτό ζητάω από τα παιδιά να διαλέξουν το χρώμα του μολυβιού που θα χρησιμοποιήσω, τους ζωγραφίζω ένα περιστεράκι και τα ρωτάω αν θέλουν να φέρνει στο ράμφος του μια καρδούλα ή ένα αστεράκι, και άλλοτε τους δίνω μικροσκοπικά αυτόγραφα σε κομματάκια.

- Πώς μπορεί ένας συγγραφέας παιδικών βιβλίων να γίνει πλούσιος;  

- Ανακαλύπτοντας χάρτες θησαυρών σε αμπάρια πειρατικών καραβιών, κάτι πολύ απλό αν στις ιστορίες που γράφει πρωταγωνιστεί ο ίδιος.

- Ποιο είδος συγγραφής θα ήταν αυτό που δεν θα σας συγκινούσε ποτέ με τη δικαιολογία ότι δεν έχετε ταλέντο και σε αυτό;

- Αδυνατώ να γράψω ρεαλιστικά λογοτεχνήματα. Βγαίνουν ψεύτικα και προσποιητά. Ενώ όταν γράφω παραμύθια, βγαίνουν γνήσια και πειστικά.

- Ποιο θεωρείτε το πιο συναρπαστικό και ποιο το πιο άχαρο κομμάτι της δουλειάς σας;  

- Πιο συναρπαστικές θεωρώ τη στιγμή της έμπνευσης και την ολοκλήρωση μιας ιστορίας. Το πιο άχαρο κομμάτι είναι οι διαδικασίες των τυπικών, συμφωνίες με θεατρικούς επιχειρηματίες και εκδοτικούς οίκους.

Comment

Alexander Rybak: Η ζωή μετά τη Eurovision

November 18, 2014 Sandy Tsantaki

 Ο Αλεξάντερ Ρίμπακ ανήκει στους ανθρώπους που δύσκολα θα αντιπαθήσεις. Νομίζεις, ελπίζεις, εύχεσαι ότι θα είναι καβαλημένος, πως δεν θα μπορεί να μιλήσει, θα είναι θρασύς και άπειρος στα 20 κάτι του χρόνια. Αλλά κάτι κάνει και είναι από το πρώτο λεπτό συμπαθής. Χωρίς να έχει κανέναν από δίπλα του για να τον δασκαλεύει. Το επικοινωνιακό χάρισμα του Νορβηγού βιολιστή φάνηκε αμέσως στην πρώτη μας συνάντηση σε ελληνικό έδαφος στην οικία του Νορβηγού πρέσβη.

Μπορεί να χτυπούσαν διαρκώς τα κινητά με ringtone το «Fairytale», το τραγούδι που απέσπασε την πρωτιά στη Γιουροβίζιον, να μην μπορούσε να δει από τα μικρόφωνα των τηλεοπτικών συνεργείων, να γνωρίζει ότι σε κάθε του βήμα τον ακολουθεί κάμερα της νορβηγικής τηλεόρασης (η ζωή του τώρα και σε ντοκιμαντέρ), αλλά ο Αλεξάντερ Ρίμπακ (και όχι Ράιμπακ όπως τον αποκαλούν αρκετοί λανθασμένα) ξέρει ότι όλοι τον αντιμετωπίζουν σαν προϊόν, και μάλιστα με ημερομηνία λήξεως που ο ίδιος έχει προκαθορίσει. «Ξέρω ότι σε τέσσερα χρόνια δεν θα είμαι τόσο δημοφιλής όσο σήμερα...».

Ναι, άλλαξε η ζωή του. Ναι, του ζητούν να παίζει σε μουσικά φεστιβάλ. Ναι, λέει πολλά όχι, γιατί δεν προλαβαίνει. Χωρίς να γκρινιάζει ούτε μια στιγμή. Η ζωή μετά τη Γιουροβίζιον. Για τις λίγες ώρες που έμεινε στην Αθήνα φρόντισε να είναι απλώς ο εαυτός του. Αυτοσαρκάστηκε, αστειεύτηκε, δήλωσε άγνοια. Στήθηκε στους φωτογράφους με το βιολί. Σε άριστη κατάσταση αυτή την φορά, όχι «ξεμαλλιασμένο» όπως την βραδιά του τελικού. Φίλη δασκάλα μουσικής σε σχολείο μου είπε πως οι μαθητές της την ρωτούσαν μετά την Γιουροβίζιον «τι έγινε με τις. ..τρίχες» και εννοούσαν φυσικά τις χορδές. Δεν πειράζει. Ακόμη και έτσι, η κλασική μουσική, ή έστω στην ποπ εκδοχή της, οδηγεί περισσότερους νέους ανθρώπους σε ωδεία.

Χαιρόμαστε που δεν μίλησε με κλισέ για τον Σάκη Ρουβά, δεν «τσίμπησε» στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων για σταριλίκια. Αν γνωρίζει Ελληνες μουσικούς; «Θαυμάζω τον Μίκη Θεοδωράκη. Η παραδοσιακή μουσική είναι ό,τι πιο αγνό υπάρχει. Υπάρχουν πολλές ομοιότητες στη δημοτική μουσική της Ελλάδας και αυτή των βόρειων χωρών. Ξέρω κι ορισμένους καλούς ντιτζέι. Αυτό είναι το στιλ της μουσικής που μου αρέσει. Οτιδήποτε είναι εύκολο να καταλάβω». Αν σκέφτεται να κάνει κάτι για το περιβάλλον; «Για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι τόσο έξυπνος. Για να βοηθήσω στα μεγάλα πράγματα. Υπάρχουν ειδικοί γι' αυτά. Θα πάω να τραγουδήσω σ' ένα νοσοκομείο για παιδιά. Δεν θ' αλλάξω τον κόσμο. Δεν είμαι καλός σ' αυτό. Δεν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να ξεκινήσω την επανάσταση».

Comment

Marcel Marongiu: «Εμπνέομαι διαρκώς από τα αρχαία ελληνικά γλυπτά»

November 14, 2014 Sandy Tsantaki

Τον Μαρσέλ Μαρονγκί (Marcel Maringiu) τον γνωρίζαμε και σόλο, πολύ πριν δεσμευτεί να αναλάβει την καλλιτεχνική διεύθυνση, μαζί και νεκρανάσταση του οίκου Guy Laroche. Πριν από καιρό βρέθηκε σε διοργάνωση μόδας στο Μέγαρο Εθνικής Ασφαλιστικής (Athens Xclusive Designers Week) για μια πασαρέλα εμπνευσμένη από τις δεκαετίες του 50 και του 60, με σύγχρονες τεχνικές και πατρόν δανεικά από τα αρχεία του παρελθόντος. Δεν πειράζει. Δεν έχουν απομείνει και πολλοί σχεδιαστές μόδας της γενιάς του που να παίζουν στα δάχτυλα τις μανιέρες Ντιόρ, Μπαλενσιάγκα, Φαθ, Σανέλ.

Υποστηρικτής των καθαρών γραμμών και της απουσίας χρώματος, μοιάζει να έχει τις ίδιες προτιμήσεις και στα σπίτια που μένει ή σχεδιάζει, αν μπορούμε να κρίνουμε τουλάχιστον από τα λευκώματα που βλέπουμε για τους σύγχρονους σχεδιαστές που αποθεώνονται σαν σταρ. «Στη μόδα, σημασία έχει το περίγραμμα και ο τρόπος που συνδυάζονται τα πράγματα μεταξύ τους. Το ίδιο ισχύει και στη διακόσμηση, όπως και στην  τέχνη».

Στον Μαρσέλ Μαρονγκί αρέσει να μπερδεύει διαφορετικά στυλ και κουλτούρες, να σκαλίζει ιστορικές περιόδους για να τις κάνει αγνώριστες. Κολλημένος με το 50 και το 60 αλλά και τον 18ο αιώνα, η βασική χρωματική παλέτα παραμένει πάντα η ίδια: μαύρο, γκρίζο, λευκό, μπεζ. «Πηγαίνουν σχεδόν με όλα και ενισχύουν στοιχεία που προσθέτω αργότερα», λέει. «Πρέπει πάντα σαν δημιουργός να αφήνεις ένα μικρό κενό, μέσα από το οποίο, ο καθένας μπορεί να καταθέσει κομμάτια του εαυτού του».

Δεν πιστεύει στις τάσεις. «Δεν έχει νόημα η αλλαγή για την αλλαγή. Με ενδιαφέρει η συνέχεια μέσα από την αλλαγή. Ένας άνθρωπος δεν αλλάζει από τη μια σεζόν στην άλλη. Έχει το προσωπικό του στυλ, έναν τρόπο να υπάρχει και να ζει. Με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι που βλέπουν τη ζωή σαν αδιάσπαστη αλληλουχία. Χτίζουμε τους εαυτούς μας, κομμάτι κομμάτι. Από την άλλη, δεν μου αρέσει να ζω στατικά, και ακόμη κι αν οι προτιμήσεις μου παραμένουν σταθερές, μου αρέσει να εξελίσσομαι μέσα σε αυτό το πλαίσιο».

Είναι ένας ντιζάινερ που μπερδεύει την τέχνη με τη μόδα, χωρίς να φωνάζει ποτέ τι τον ενέπνευσε, τον ενδιαφέρει κυρίως η διαχρονικότητα και αυτό δεν είναι και πολύ συνηθισμένο στις μητροπόλεις μόδας. Δεν υπάρχει καμία ανάγκη για διακοσμήσεις στα ρούχα που φτιάχνει. Αφηγείται ιστορίες με δαντέλα, βελούδο, είναι αυθεντία στα πλεκτά.

Προδίδει το σώμα, δεν το καλύπτει, με αεροδυναμικές, στρετς προτάσεις. Πουλάει, όχι απαγορευτικά ακριβά ρούχα και αξεσουάρ, στη Γαλλία, τη Σουηδία, την Αγγλία, την Ιταλία, την Ιαπωνία, την Αμερική και την Ελλάδα.

Αγαπημένοι του σχεδιαστές ο Ζακ Φαθ και ο Κριστιάν Ντιόρ, δημιουργοί που σημάδεψαν τις δεκαετίες του 40 και του 50, περίοδος που στοιχειώνει το έργο του. Ακούει χαρντ ροκ μουσική, ονόμασε την εταιρία του «Permanent Vacation» από τον τίτλο ενός άλμπουμ των Άεροσμιθ. Εμπνέεται επίσης από τον ζωγράφο Nicholas de Stael, τον συγγραφέα Γκράχαμ Γκριν, τους κινηματογραφιστές Μάρτιν Σκορσέζε και Πίτερ Γκρίναγουεϊ.

Παράγει άλλοτε μπαρόκ κι άλλοτε αρχαιοελληνικές υφασμάτινες ιστορίες. Και οι δεκαετίες; Γιατί δεν εξελίχτηκε μαζί τους; «Πιστεύω ότι η δεκαετία του 80 είχε να κάνει με την εμφάνιση, το χρήμα και τη στολή της εξουσίας. Ο πελάτης ήταν ξαφνικά αόρατος καθώς τα μίντια, οι φωτογράφοι και οι στυλίστες έφτασαν στα άκρα για να σοκάρουν και να εκπλήξουν ο ένας τον άλλον μέσα από εξωπραγματικά σούπερ μοντέλα», λέει. «Είμαστε αντιμέτωποι με μια νέα εποχή, στην οποία ο σχεδιαστής πρέπει να αποκτήσει ξανά επαφή με τον πελάτη και να τον κάνει να νιώσει ότι η μόδα μπορεί να είναι διασκεδαστική και εύκολη. Γι' αυτό και προσπαθώ να κάνω ενδιαφέροντα, προσωπικά ρούχα - εύκολα να μπερδευτούν μεταξύ τους και κυρίως, σε προσιτές τιμές. Πιστεύω ότι τα ρούχα τα φοράμε για να επικοινωνήσουμε τον χαρακτήρα μας. Γι' αυτό και οι λεπτομέρειες πρέπει να αποφεύγονται, προκειμένου να μη χαθεί στο μήνυμα».

Περηφανεύεται ότι τα ρούχα είναι 100% γαλλικά. Η συλλογή με τα δείγματα παράγεται στο ατελιέ του στο Παρίσι, μέχρι το 1996 είχε Σουηδούς χρηματοδότες, αργότερα Ιάπωνες. Το CNN έλεγε τότε ότι «ο Μαρσέλ Μαρονγκί μας βοήθησε να ακολουθήσουμε μια νέα τακτική στη μόδα». Τον Νοέμβριο του 2007 ανέλαβε σαν καλλιτεχνικός διευθυντής τον οίκο Guy Laroche.

Πιστεύει στην Ελλάδα, ακόμη και τώρα, μέσα στην κρίση, θεωρεί ότι «είναι μια σημαντική αγορά για εμάς, με μια μακροχρόνια, πετυχημένη ιστορία». Γιατί διάλεξε όμως τη μόδα για επάγγελμα; «Επειδή η μόδα είναι εξαιρετικά σημαντική σαν εργαλείο επικοινωνίας και αποπλάνησης. Δεν μετανιώνω για τίποτα. Είναι μια πολύ συναρπαστική δουλειά, ακόμη κι αν σου προκαλεί στρες κι είναι τόσο απαιτητική».

Σπούδασε οικονομικά και σχέδιο μόδας. Τον ρωτάω τι πρέπει να κάνουν οι Ελληνες σχεδιαστές για να πάνε μπροστά… «Να είναι αληθινοί με τις ιδέες τους. Να εμπιστεύονται το ένστικτό τους». Στο παρελθόν είχε στις συλλογές του ελληνικές αναφορές. Τι θα τον ενέπνεε σήμερα από την Ελλάδα; «Πάντα το ντραπάρισμα. Εμπνέομαι διαρκώς από τα αρχαία ελληνικά γλυπτά». Εκείνο που επιθυμεί είναι οι άνθρωποι να ζουν τις φαντασιώσεις τους. «Δίνοντάς τους την προοπτική να εκφραστούν», όπως εξηγεί. Δεν τον ενδιαφέρουν οι λεπτομέρειες, ενδιαφέρεται για τη σιλουέτα. Πώς πιστεύει άραγε ότι θα θυμόμαστε τις δεκαετίες του 2000 ή του 2010; «Σαν τις δεκαετίες των ρεμίξ, των διασκευών».

Comment

Guerrilla Girls: «Υπάρχει μια τραγωδία στο Μπρόντγουέι και δεν είναι η Ηλέκτρα»

November 12, 2014 Sandy Tsantaki

Εάν δεν έχεις ξανασυναντήσει τις Guerilla Girls, και ειδικά αν ετοιμάζεσαι για μια συνέντευξη μαζί τους, και μόνο η ιδέα ότι πρόκειται για γυναίκες, απροσδιορίστου ηλικίας, που φορούν μάσκα γορίλα, δεν τη βγάζουν ποτέ, υπάρχουν από τη δεκαετία του 80 για να αποκαλύπτουν και να υπονομεύουν τις κυρίαρχες λογικές και διηγήσεις της σύγχρονης οπτικής κουλτούρας, δημιουργεί έναν μύθο που μεταφράζεται μάλλον σε άγχος. Οι Guerilla Girls λοιπόν, οι γνωστές-άγνωστες, φεμινίστριες - ακτιβίστριες - καλλιτέχνιδες, για την ακρίβεια τρεις Guerilla Girls, βρέθηκαν στην Αθήνα, για ένα εναλλακτικό σεμινάριο δημιουργίας αφίσας.

Φανταστείτε λοιπόν τρεις συνηθισμένες γυναίκες, με ροζ, ριγέ πουκαμισάκι, κίτρινα βαμμένα νύχια, ανταύγειες στα μαλλιά, σκουλαρίκια με το σύμβολο της ειρήνης και μαύρες μάσκες με μοβ λεπτομέρειες, που αφήνουν -ευτυχώς για όλους- ελεύθερο το στόμα, οι οποίες, κάθονται ανάμεσα σε μικρές ομάδες γυναικών, που δεν ξεπερνούν τις 12 ή τις 15, κόβουν φωτογραφίες από περιοδικά, κουβεντιάζουν, ζωγραφίζουν κύκλους με ανθρώπους που αγκαλιάζονται, χρησιμοποιούν πολύχρωμους μαρκαδόρους, κόλλες, ψαλίδια, για να γράψουν στα αγγλικά λέξεις και έννοιες όπως «σεβασμός», «αλληλεγγύη», «κοινωνική ευθύνη», «διαφορετικότητα»...

Έχει προηγηθεί και προβολή με προηγούμενες αφίσες, πόστερ, μηνύματα στο χαρτί, για να εμπνευστούν οι Ελληνίδες πλέον για χιουμοριστικές και προκλητικές πολιτιστικές παρεμβάσεις. «Ένας για όλους. Ολοι για έναν. Πάρτε τον κόσμο στα χέρια σας», «Πρέπει να γδυθούν οι γυναίκες για να μπουν μέσα στο Μουσείο Μετ;» και «Ο ανατομικά ορθός Οσκαρ. Είναι λευκός και άνδρας, όπως ακριβώς και οι άνδρες που τον κερδίζουν». Η καλύτερη αφορμή για μια συνέντευξη με μάσκες.

Όχι, δεν μάθαμε τα πραγματικά τους ονόματα. Ναι, μας συστήθηκαν με τα ψευδώνυμά τους, αυτά που δανείζονται από γυναίκες καλλιτέχνιδες που δεν ζουν πια. Καμιά τους δεν είχε ξαναέρθει στην Αθήνα και είχαν μόλις προσγειωθεί από τη Σλοβενία και την Ουγγαρία, χωρίς να μπορούν να πουν τίποτα για την πόλη. Ακόμη. Κρύβουν μια παιδικότητα, είναι ιδιαίτερα φιλικές και χαλαρές με γυναίκες που έχουν μόλις γνωρίσει, προτείνουν χωρίς να επιβάλλουν κάτι. Και αν το θέμα είναι φεμινισμός και δικαιοσύνη, ξέρουν πώς να το αντιμετωπίζουν σαν παιχνίδι, με τον άγνωστο για τις ίδιες Αλέξη Τσίπρα, φρεσκοκομμένο από εφημερίδες, μέσα σε κολάζ, ανάμεσα σε τίτλους, δανεικούς από μηνιαία περιοδικά και διαφημίσεις ομορφιάς.

- Τι σας έφερε στην Αθήνα;

- Μας προσκάλεσε το Κέντρο Ερευνών για τις Γυναίκες της Μεσογείου να κάνουμε ένα σεμινάριο επικεντρωμένο στις αφίσες - το αποκαλούμε «Μετατρέψτε τη συμπεριφορά σας σε ακτιβισμό». Υπάρχουν τρία μέλη των Guerilla Girls σε περιοδεία εδώ: η Αφρα Μπεν, η Μάγια Ντέρεν και η Τζούλια Τσάιλντ. Η Αφρα Μπεν (1640-1689) ήταν μία από τις πρώτες επαγγελματίες γυναίκες συγγραφείς της Αγγλίας που έβγαλαν χρήματα ως συγγραφείς, η Μάγια Ντέρεν ήταν μια Αμερικανίδα αβάν-γκαρντ κινηματογραφίστρια και θεωρητικός του σινεμά (μαζί και χορογράφος, χορεύτρια, ποιήτρια, συγγραφέας και φωτογράφος), η Τζούλια Τσάιλντ Αμερικανίδα σεφ και συγγραφέας.

- Αν σας ζητούσαμε να σχεδιάσετε μια αφίσα για τη σύγχρονη Αθήνα ή Ελλάδα, τι θα φτιάχνατε;

- Ευχόμαστε να έχουμε εμπνεύσει τις μαθήτριες της Αθήνας να δημιουργήσουν αυτό το πόστερ. Δεν υποθέτουμε ότι γνωρίζουμε τα πάντα για την κατάσταση εδώ. Δείχνουμε τις τεχνικές και τις στρατηγικές που χρησιμοποιούμε εδώ και μια δεκαετία, για να μιλήσουμε για σεξισμό, πολιτική, βία εναντίον των γυναικών, μέσα από μια οπτική κατάθεση. Περιοδεύουμε στον κόσμο με αυτά τα σεμινάρια και έχουμε μόλις έρθει από τη Σλοβενία και την Ουγγαρία, όπου στήσαμε αντίστοιχα workshops. Το μοναδικό έργο που έχουμε κάνει με «ελληνικό» θέμα ήταν ένα πόστερ που φτιάξαμε για την έλλειψη ισότητας για γυναίκες στο θέατρο στη Νέα Υόρκη. Γράφει: «Υπάρχει μια τραγωδία στο Μπροντγουέι και δεν είναι η Ηλέκτρα».

- Εχετε σκεφτεί να αλλάξετε μάσκες και κόνσεπτ;

- Από τότε που οι Guerilla Girls ξεκίνησαν περιοδεία, συμπεριλάβαμε και καλλιτέχνες που ξέρουν τι σημαίνει περφόρμανς και θέατρο, οπότε αναγκαστήκαμε να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας για τις μάσκες γορίλα που καλύπτουν ολόκληρο το κεφάλι και να δημιουργήσουμε μισές, κομμένες μάσκες, που επιτρέπουν στο στόμα μας να μένει γυμνό. Μπορούμε να επικοινωνήσουμε με το κοινό μας πολύ καλύτερα με αυτόν τον τρόπο και να αλλάξουμε τις μάσκες γορίλα με άλλες μάσκες που κατασκευάζουμε σε ορισμένες από τις υπόλοιπες παραστάσεις μας. Οι αυθεντικές, τεράστιες λαστιχένιες μάσκες γορίλα που φορούσα σαν μέλος του αυθεντικού γκρουπ δεν ήταν ιδιαίτερα φιλικές στα θεάματα.

- Τι φορούν οι Guerilla Girls στις Απόκριες ή στο Halloween, που είναι τώρα;

- Ντυνόμαστε σαν νεκρές γυναίκες καλλιτέχνιδες.

- Ποιες υπήρξαν οι πιο εκκεντρικές αντιδράσεις έως σήμερα;

- Κάποιος απείλησε να μας σκοτώσει για το φεμινιστικό μας μήνυμα. Αυτό ήταν σε μια πολιτεία όπου μπορούσες να αγοράσεις όπλο αν ήσουν πάνω από 18 χρόνων, οπότε το πήραμε μάλλον σοβαρά. Οι φοιτητές στο πανεπιστήμιο αναστατώθηκαν πολύ, γι' αυτό και δημιούργησαν ορισμένες φανταστικές αφίσες ενάντια σε αυτήν την απειλή.

- Τι έχει αλλάξει για τις Guerilla Girls από το 1985;

- Η αυθεντική ομάδα χωρίστηκε σε τρία, νέα και ανεξάρτητα γκρουπ το 2001. Το κάναμε γιατί θέλαμε να διευρύνουμε την οπτική μας. Οι Guerilla Girls σε περιοδεία ιδρύθηκαν από τρία μέλη της πρώτης ομάδας που ήταν καλλιτέχνες του θεάτρου και η αποστολή μας είναι να περιοδεύουμε στον κόσμο με θεάματα και θέατρο του δρόμου που αποδεικνύουν ότι οι φεμινίστριες είναι αστείες. Τα περισσότερα από τα σόου μας πλέον αναμεταδίδονται ζωντανά. 

- Πιστεύετε ότι η κατάσταση βελτιώνεται;

- Ναι, αλλά συχνά είναι δύο βήματα μπροστά, ένα πίσω. Υπάρχει ένας κατακλυσμός από συντηρητική σκέψη στην Αμερική αυτόν τον καιρό και η Νέα Υόρκη (εκεί όπου είναι και η βάση μας) έχει βιώσει μια αιφνίδια επιδημία από εγκλήματα μίσους τους τελευταίους μήνες. Ολα είναι πολύ περίεργα και ορισμένες φορές τρομακτικά. Οπότε, συνεχίζουμε να πολεμάμε.

- Ποιες γυναίκες σάς εμπνέουν σήμερα;

- Η καινούργια μας περφόρμανς έχει τίτλο «Αν αντέχεις τη θερμότητα: Η ιστορία των γυναικών και του φαγητού». Ένα από τα πράγματα που εντοπίσαμε εξελίσσοντας το συγκεκριμένο κομμάτι είναι ότι το 70% των αγροτών διεθνώς είναι γυναίκες, που παράγουν το 50% όλης της τροφής στις αναπτυσσόμενες χώρες, και όμως έχουν στην κατοχή τους μόλις το 2% της γης που καλλιεργούν. Αυτές οι αγρότισσες είναι που μας εμπνέουν.

- Τι σας κάνει να φωνάζετε, να κλαίτε, να γελάτε;

- Ο σεξισμός, ο σεξισμός, ο σεξισμός.

 

Comment

O Saburo Teshigawara και το …κοράκι στα γιαπωνέζικα

November 10, 2014 Sandy Tsantaki

Ο Σαμπούρο Τεσιγκαουάρα (Saburo Teshigawara) δεν μιλάει πολύ. Μάλλον προτιμά να συστήνεται σαν άνθρωπος - ορχήστρα και να στήνει σε κάθε πόλη που πηγαίνει ένα θεαματικό one-man show, για το οποίο έχει φροντίσει και την τελευταία λεπτομέρεια. Υπογράφει τη χορογραφία, τα σκηνικά, το ντιζάιν των φωτισμών, τα κοστούμια, τη μουσική σύνθεση και φυσικά είναι ο μοναδικός χορευτής στη σκηνή. Ενας Ιάπωνας καλλιτέχνης που στη συνέντευξή μας θέλησε να είναι μάλλον φειδωλός.… Θεωρείται είδωλο στην Ιαπωνία, είναι χορογράφος-σταρ στην Ευρώπη, «συνολικός» αλλά και στοχαστικός δημιουργός…

Λένε πως το σώμα του κινείται σαν κορδέλα, σαν υδράργυρος, και έχεις την αίσθηση ότι, αν ψάξεις κάτω από το δέρμα του, δεν θα βρεις κόκαλα που να εμποδίζουν τη ροή της κίνησης. Το «Miroku» είναι ένα σόλο κομμάτι που ερμηνεύει ο ίδιος, «μια στοχαστική εξερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στον χώρο και στο φως, εμπνευσμένη από τον μοντέρνο χορό, τις πολεμικές τέχνες και το κίνημα μπούτο». Για τον 57χρονο Τεσιγκαουάρα η αίσθηση του χρόνου προκύπτει από την κίνηση του σώματος και ο χώρος, από την κίνηση και τον χρόνο.

Χρόνος, χώρος, φως, ευπάθεια, ακρότητα, ταχύτητα.… Το μπλε σκηνικό που θυμίζει κουτί αλλάζει φάση και προοπτική κάθε λεπτό, με τον τρόπο που αλλάζουν κάθε τόσο οι φωτισμοί. Καθώς στήνεται μόνος σε αυτό το περιβάλλον, το σώμα του Σαμπούρο Τεσιγκαουάρα ξεκινά να αφηγείται την ιστορία. Μόνος του για μία ώρα στη σκηνή, κινείται όπως ο αναρριχώμενος κισσός, με παρτενέρ τους φωτισμούς του, «ένα σύμπαν χρωμάτων», όπως λέει, μαζί και «συμβολισμών».

Τον ρωτάω αν νιώθει ποτέ μοναξιά όταν βρίσκεται πάνω στη σκηνή… «Όχι. Ποτέ». Προτιμά να φιλοσοφεί τη ζωή. Στο ερώτημα ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος του ή αν τον αγχώνει κάτι, λέει: «Νιώθω φόβο. Ή μπορώ να πω ότι ενδιαφέρομαι για πράγματα που δεν μπορώ ακριβώς να προσδιορίσω ή να ονομάσω. Από την άλλη, οτιδήποτε μπορεί να εξελιχτεί ξαφνικά σε φόβο ή συμπάθεια. Ετσι είναι ο κόσμος και έτσι ακριβώς ζουν οι άνθρωποι».

Η πρεμιέρα του «Miroku» έγινε στις 8 Δεκεμβρίου του 2007 στο Νέο Εθνικό Θέατρο του Τόκιο. Το 2008 η εφημερίδα Liberation έγραφε ότι «το Miroku ικανοποίησε τους θεατές με τη φυσική του ομορφιά, τη βοήθεια του φωτισμού και των γρήγορων εφέ. Αποτραβηγμένος, ο καλλιτέχνης μάς συνεπήρε με μια αδιάκοπη ονειροπόληση. Συναρπαστικό».

Άλλοι κριτικοί έχουν μιλήσει για «καλλιτεχνικό μικρόκοσμο» αλλά και «ποιητική ομορφιά». Το πρώτο μισό του κομματιού έχει να κάνει με τη ζωή που γεννιέται μέσα στο σκοτάδι, σαν να επέπλεε στο νερό. Οι μεταλλικοί ήχοι προσθέτουν κάτι μάλλον μεταφυσικό στο θέαμα που έχει στήσει ο Σαμπούρο Τεσιγκαουάρα.

Η κίνησή του είναι ήρεμη. Σχεδόν τελετουργική. Τον ρωτάω με ποιον τρόπο η παράσταση με τίτλο «Miroku» είναι διαφορετική στη σκηνή και στο βίντεο, αν η τελειότητα αφήνει περιθώρια για συναισθήματα.… «Ένας ζωντανός άνθρωπος ερμηνεύει. Δεν έχω κανένα απολύτως ενδιαφέρον για την τελειότητα».

Άραγε πόσο συχνά πρέπει να εξασκείται, πώς είναι η καθημερινότητα ενός τόσο απαιτητικού χορογράφου και ερμηνευτή ταυτόχρονα; «Η μελέτη, αρκεί να συνοδεύεται από χαρά, πρέπει να πραγματοποιείται στο μίνιμουμ και στο μάξιμουμ».

Ο Σαμπούρο Τεσιγκαουάρα έφτιαξε την ομάδα KARAS (που σημαίνει κοράκι στα γιαπωνέζικα), το 1985, μαζί με τη χορεύτρια Κέι Μιγιάτα. Αν έχει αλλάξει κάτι με τα χρόνια; «Εξακολουθούμε να θέλουμε να αντιμετωπίζουμε προκλήσεις. Δεν υπάρχει τέλος στην περιπέτειά μας».

Ευκολότερα μάλλον συνεργάζεται με άλλους χορευτές και ομάδες, Κρατικό Μπαλέτο της Βαυαρίας, Μπαλέτο της Εθνικής Οπερας του Παρισιού, Nederlands Dans Theater. Αναρωτιέμαι ποια είναι η φιλοσοφία που θέλει να περάσει σε νεότερους συναδέλφους του… «Προσπαθώ να τους κάνω να συνειδητοποιήσουν με ποιον τρόπο μπορούν να αντιμετωπίσουν το ανθρώπινο σώμα σαν μια ζωή, που είναι το πιο σημαντικό πράγμα πολύ πριν από τον χορό ή τη χορογραφία». Η παράσταση Μιρόκου διαρκεί ακριβώς 60 λεπτά. Τι σχέση έχει με τον χρόνο; «Στην τέχνη μου δεν υπάρχει τίποτα που να υφίσταται από την αρχή. Από κάθε κομμάτι, δημιουργείται ένας συγκεκριμένος χρόνος. Αυτός ο χρόνος είναι σωματικός χρόνος, και δεν εξελίσσεται με σταθερή ταχύτητα».

Comment

Pierre Thoretton: «Ο Saint Laurent και ο Βerge δούλευαν μια ζωή, δεν έκαναν διακοπές…»

November 10, 2014 Sandy Tsantaki

Ένας νέος καλλιτέχνης που ψάχνει να βρει χορηγό για την έκθεσή του γίνεται ξαφνικά αφηγητής της κοινής ζωής ενός θρύλου της μόδας και του συνεργάτη του, μιας ιστορίας μόδας, τέχνης και αγάπης που διήρκεσε 50 χρόνια. O σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ «L'Amour Fou», Πιερ Τορετόν (Pierre Thoretton), βρέθηκε στην Αθήνα, καλεσμένος του 12ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου. Η συνέντευξή μας έγινε στο μπαρ του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρεταννία. Γοητευτικός, λίγο Γκαστόνε, με πονηρό βλέμμα. Τώρα καταλαβαίνω γιατί τον εμπιστεύτηκε ο Πιερ Μπερζέ να του μιλήσει για την κοινή του ζωή με τον Ιβ Σεν Λοράν, του άνοιξε τα αρχεία, τον πήρε μαζί του στο σπίτι στο Μαρακές, του επέτρεψε να κινηματογραφήσει ακόμη και την δημοπρασία στον οίκο Christie's με τα έργα τέχνης από την προσωπική τους συλλογή με τον Ιβ Σεν Λοράν που έγιναν ανάρπαστα. Η δική μας συνομιλία διήρκεσε ακριβώς 20 λεπτά. Η δική τους 1 ώρα και ένα τέταρτο, κάθε εβδομάδα…

- Ποια ακριβώς είναι η σχέση σας με τον κόσμο της μόδας;

- Καμία απολύτως. Σήμερα, μετά την ταινία, προφανώς και υπάρχει ένα ενδιαφέρον για τον χώρο της μόδας. Ωστόσο πριν, δεν είχα καμία απολύτως επαφή. Δεν ήξερα καν τι σημαίνει μόδα.

- Ακόμη και σήμερα όμως γνωρίζετε μόνο αυτή την πλευρά της ιστορίας. Αυτό το κομμάτι της μόδας, στον οίκο υψηλής ραπτικής και πρετ-α-πορτέ του Ιβ Σεν Λοράν.

- Βασικά αυτό που με ενδιέφερε κυρίως ήταν η σχέση ανάμεσα σε αυτό το ζευγάρι, του Πιερ Μπερζέ και του Ιβ Σεν Λοράν, η οποία ήταν και μακροχρόνια, κράτησε μισό αιώνα. Πρόκειται για ένα ζευγάρι λαμπερό πραγματικά, το οποίο ήταν πετυχημένο στον χώρο της υψηλής ραπτικής αλλά και σε οποιονδήποτε άλλον τομέα και αν ήταν πιστεύω ότι θα ήταν εξίσου πετυχημένο. Οπότε ήταν αυτοί ακριβώς που με ενδιέφεραν περισσότερο, το πώς κατόρθωσαν ουσιαστικά να αντισταθούν σε όλο αυτό το περιβάλλον στο οποίο ζούσαν.

- Ο Πιερ Μπερζέ, όπως φαίνεται στο φιλμ, δεν είναι ο άνθρωπος που λέει εύκολα ναι. Δεν φαντάζομαι ότι ήταν εύκολο να εισπράξετε μια θετική απάντηση από τον Πιερ Μπερζέ.

- Δεν ήταν δύσκολο. Πολύ απλά γιατί δεν μπορείς να πείσεις τον κ. Μπερζέ. Μπορείς απλώς να τον ρωτήσεις. Αν είναι εντάξει ή δεν είναι εντάξει με αυτό που του προτείνεις. Και μετά το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να περιμένεις. Η πίεση υπάρχει μόνο για σένα. Και περιμένεις και περιμένεις. Εγώ χρειάστηκε να περιμένω 10 μέρες. Δεν είναι πολύ.

- Πώς γνωριστήκατε με τον Πιερ Μπερζέ;

- Εχουν περάσει 12 χρόνια από την πρώτη μας συνάντηση. Τον γνώρισα πριν από 12 χρόνια ακριβώς, χάρη στη γιαγιά ενός φίλου μου -γιατί έχω πολλούς φίλους και πολλές γιαγιάδες φίλων-, την Κατρίν Ντενέβ, η οποία με έφερε σε επαφή με τον Πιερ Μπερζέ, γνωρίζοντας ότι τότε εγώ ήμουν καλλιτέχνης και έψαχνα χρήματα για κάποιο πρότζεκτ που ήθελα να κάνω, που δεν ήταν τυχαίο, ήταν πραγματικά στρατευμένο και πολύ ριζοσπαστικό. Όντως κατόρθωσα να πείσω τον Πιερ Μπερζέ να γίνει χρηματοδότης της έκθεσης και έκτοτε ξαναβρεθήκαμε πολλές φορές. Είχαμε ραντεβού κάθε Πέμπτη, στην μπρασερί Lipp. Στη συνάντησή μας που διαρκούσε πάντα μία ώρα και ένα τέταρτο ακριβώς, συζητούσαμε διάφορα θέματα, για τη ζωή, τη λογοτεχνία, τα παιδιά, την τέχνη, τον θάνατο, τον έρωτα, την αλήθεια, γενικότερα ήταν κάθε φορά ένας καινούργιος κόσμος για μένα.

- Ακολουθήσατε τον Πιερ Μπερζέ με το συνεργείο στο Μαρακές, στα μέρη όπου έζησαν μαζί με τον Ιβ Σεν Λοράν. Υπήρχαν μέρη απαγορευμένα για τις κάμερες;

- Η αλήθεια είναι ότι από τη στιγμή που είχα την άδεια να προχωρήσω στα γυρίσματα και να φτιάξω την ταινία, είχα πρόσβαση στα πάντα. Απολύτως. Οπότε μαζί με την ομάδα μου, έχοντας αυτό το «δικαίωμα», ουσιαστικά φτάσαμε στο σημείο οι ίδιοι να θέσουμε κάποια όρια και να πούμε «όχι αυτό δεν θα το κάνουμε γιατί είναι ζήτημα πλέον ευγένειας». Και αυτήν την ευγένεια δεν μας την επέβαλε κανένας.

- Υπήρχαν ιστορίες που έμειναν απέξω; Εικόνες που έπρεπε να μείνουν εκτός για να προφυλάξετε ίσως δύο ανθρώπους-μύθους για την ιστορία της Γαλλίας;

- Αυτό που βλέπετε στην ταινία είναι η ζωή τους. Η ζωή του Ιβ Σεν Λοράν και του Πιερ Μπερζέ. Δεν είναι δυο άνθρωποι που τους παρακολουθούμε να κάνουν διακοπές στην πλαζ. Αυτοί οι άνθρωποι δούλευαν σε όλη τους τη ζωή. Υπήρξαν δυο άνθρωποι που δούλευαν πάρα πολύ. Δεν θα τους δούμε λοιπόν στην ταινία να κάνουν διακοπές. Αν πήγαιναν κάπου, θα ήταν στο σπίτι τους στο Μαρακές, και αυτός δεν είναι σίγουρα ο ορισμός των διακοπών. Αν έκαναν γιορτές και μεγάλες εκδηλώσεις, ήταν μόνο επειδή θα έβγαζαν κάποιο καινούργιο άρωμα. Δεν έκαναν ποτέ οι ίδιοι ένα μεγάλο πάρτι με 400 άτομα, καλεσμένους, έτσι για την πλάκα τους. Ήταν άνθρωποι που ζούσαν με αξιοπρέπεια και συγκεκριμένο τρόπο ζωής, όχι με πολυτέλεια και μεγαλοπρέπεια. Δεν τους ενδιέφερε η μεγάλη ζωή, ούτε επεδίωκαν ποτέ να φαίνεται η ζωή τους προς τα έξω. Όχι, δεν υπάρχει κάτι που θα ήθελα να είναι στην ταινία και δεν είναι.

- Πιστεύετε ότι αν ζούσε σήμερα ο Ιβ Σεν Λοράν, θα βρίσκατε τον τρόπο να τον πείσετε να σας μιλήσει και εκείνος για τουλάχιστον 1 ώρα σε εβδομαδιαία βάση;

- Πιστεύω ότι αν ζούσε σήμερα ο Ιβ Σεν Λοράν, δεν θα υπήρχε ταινία. Γιατί δεν θα μου μιλούσε ποτέ ο Ιβ Σεν Λοράν. Δεν ξέρω αν θα έλεγε όχι. Αλλά ζούσε σε απόλυτη απομόνωση. Δεν θα μπορούσε να μιλάει για τον εαυτό του για δύο ώρες. Ήταν εξαιρετικά μοναχικός άνθρωπος. Κι εκείνο που έχω καταλάβει είναι ότι δεν θα μπορούσε και σωματικά να το αντέξει.

- Εκτός από τα ασπρόμαυρα ντοκουμέντα που βλέπουμε του χθες, τα αποσπάσματα από την κηδεία του Ιβ Σεν Λοράν, τα ντεφιλέ, τη δημοπρασία των Christie's, τις πρώτες συνεντεύξεις του Σεν Λοράν, το κλάμπινγκ, τον εθισμό του, τις μαρτυρίες των φίλων, τι άλλους θησαυρούς ανακαλύψατε στα αρχεία της ιστορίας;

- Ο Πιερ Μπερζέ μας άνοιξε όλα τα αρχεία, φανταστείτε ταξινομημένα ανά χρονιά, 50 χρόνια. Μας πήρε έναν χρόνο να τα δούμε, σε μένα και 5 ντοκιμαντερίστες. Αν το αρχείο είναι η παλάμη μου, τότε θα πω ότι πήρα μόνο ένα δαχτυλάκι, όχι γιατί δεν είχαν ενδιαφέρον αλλά γιατί έχω ένα πολύ συγκεκριμένο θέμα στην ταινία μου. Τουλάχιστον αυτό εύχομαι. Δεν χρειάστηκε να ανατρέξω σε πολλά αρχεία για τη μόδα, γιατί δεν τα χρειαζόμουνα. Το 80% του υλικού που χρησιμοποίησα, το βρήκα σε ένα είδος αποθήκης που είχε ο Πιερ Μπερζέ με χαρτόκουτες, καθώς κρατούσε υλικό από τη σχέση του με τον Ιβ Σεν Λοράν από την πρώτη κιόλας στιγμή, με ημερομηνίες, τα πάντα. Οπότε μιλάμε για έναν τεράστιο όγκο που χρειάστηκε αρκετό χρόνο για να εξερευνήσω.

-Ο Πιερ Μπερζέ μοιάζει σαν να μιλάει σε έναν φίλο του στο φιλμ, όχι σαν να απευθύνεται στην κάμερα. Πώς δεν φοβάται να είναι τόσο ειλικρινής ένας άνθρωπος τόσο αναγνωρίσιμος;

-Εκείνος είναι επαγγελματίας. Είναι περιτριγυρισμένος από κάμερες σε όλη του τη ζωή. Δεν είχε καμία απολύτως δυσκολία. Εχει περάσει 50 χρόνια με κάμερες σε όλη του τη ζωή. Κινείται μέσα σε ένα στούντιο με μεγαλύτερη ευχέρεια απ' ό,τι στην ίδια του την κουζίνα. Για την ακρίβεια αισθάνεται λιγότερο φόβο απ' ό,τι ο ίδιος του ο σκηνοθέτης όταν βρίσκεται πίσω από την κάμερα. Έχοντας περάσει τη ζωή του σε τηλεοπτικά στούντιο ανά τον κόσμο, τα γυρίσματα δεν ήταν γι' αυτόν κάτι δύσκολο. Ούτε φοβήθηκε να εκτεθεί. Από τη στιγμή που είπε το ναι, ήξερε ότι δεν υπήρχε επιστροφή.

Comment
← Newer Posts Older Posts →
 
 

Powered by Squarespace