CONNECTIONS| Επεισόδιο 3 | Λάκης Γαβαλάς: “Εγώ κρίνω και την πανοπλία που είχε ο Μέγας Αλέξανδρος”
CONNECTIONS Επεισόδιο 2 | Ορσαλία Παρθένη: Still Standing
CONNECTIONS Επεισόδιο 1 | Vassilis Zoulias: Η δυσκολία είναι πάντα μεταμφιεσμένο δώρο
Στο πρώτο επεισόδιο του The Fashion Bible Connections, ο Βασίλης Ζούλιας μιλάει για την ομορφιά ως στάση ζωής. Από τις πρώτες του μνήμες, τις ντίβες του παλιού σινεμά και τις γυναίκες που τον περιέβαλλαν, μέχρι τη σημερινή του δημιουργία, η αισθητική για εκείνον είναι κάτι ξεκάθαρο και ουσιαστικό. Δεν διστάζει να ασκήσει κριτική στη σύγχρονη μόδα και σε ό,τι θεωρεί άσχημο ή βίαιο στο μάτι, εξηγώντας γιατί η συλλογή Beautiful ήταν μια συνειδητή απάντηση σε αυτή την πραγματικότητα. Μπορεί άραγε η μόδα να ξαναγίνει φορέας αληθινής κομψότητας;
Η συζήτηση περνά στις επιδείξεις του, τις οποίες αντιμετωπίζει σαν αφηγηματικές εμπειρίες και όχι απλώς παρουσιάσεις ρούχων. Κάθε show έχει συναίσθημα, μουσική, χαρακτήρες και κυρίως, προσωπική αλήθεια. Ο Βασίλης Ζούλιας μιλά για τη διεθνή του πορεία με αποκορύφωμα το Emily in Paris, τονίζοντας ότι τίποτα δεν ήρθε τυχαία. Τι χρειάζεται τελικά για να ξεχωρίσεις έξω; Σύμφωνα με τον ίδιο, συνέπεια, σκληρή δουλειά και ξεκάθαρη ταυτότητα.
Δεν αποφεύγει όμως και την πιο προσωπική αφήγηση. Αναφέρεται στις δυσκολίες, στους φόβους και στα λάθη που τον διαμόρφωσαν, βλέποντας τα σήμερα ως «μεταμφιεσμένα δώρα». Και όταν η κουβέντα φτάνει στο στιλ των δημόσιων προσώπων, πώς σχολιάζει τις στιλιστικές επιλογές της Μαρέβας Γκραμπόφσκι-Μητσοτάκη και της Kimberly Guilfoyle; Προσεγγίζοντας το στιλ ως στάση και ρόλο. Το πρώτο επεισόδιο του The Fashion Bible Connections είναι μια ανθρώπινη ιστορία για το πώς η δυσκολία μπορεί να μετατραπεί σε φως.
Βασίλη, καλώς όρισες στη Βίβλο της Μόδας.
Καλώς σε βρήκα, για μία ακόμη φορά.
Ποιο είναι το πρώτο κεφάλαιο στη Βίβλο της δικής σου μόδας;
Το πρώτο κεφάλαιο θα έλεγα ότι είναι η πρώτη ταινία που παρακολούθησα σαν μικρό παιδί και θυμάμαι με τη Sophia Loren. Ήμουν σε προσχολική ηλικία και πρόσεχα τι φόραγε. Δηλαδή άρχισα να παρατηρώ από πολύ μικρός. Θυμάμαι αυτή τη ταινία και θυμάμαι τις φίλες της μαμάς μου που τις παρατηρούσα τι κοσμήματα φορούσαν, τι παπούτσια, πώς ήταν ντυμένες.
Με τα σημερινά μάτια πώς την βλέπεις τη Sophia Loren, τι άλλαξε σε αυτή την οπτική;
Κοίτα, η ομορφιά είναι ομορφιά. Η Sophia Loren ήταν αντικειμενικά όμορφη. Οπότε δεν έχω σταματήσει να βλέπω την ομορφιά με αυτόν τον τρόπο. Για αυτό που είναι. Το άσχημο δεν μπορούμε να το κάνουμε όμορφο. Το άσχημο είναι άσχημο.
Ούτε με μαγικά;
Όχι. Κοίτα, αναφέρομαι στο τελευταίο σόου του Μargiela και στα καρφιά στα στόματα των κοριτσιών. Ήταν κάτι άσχημο.
Δεν το δέχεσαι ούτε σαν μια επίδειξη που βλέπεις και είναι μια παράσταση;
Όχι, όχι. Δεν μπορώ να το δεχτώ. Πιστεύω ότι αυτό ήταν κάτι πολύ κακοποιητικό. Τον Μargiela τον θαυμάζω σαν σχεδιαστή και όλη του την πορεία. Και την εποχή του John Galliano και την τωρινή εποχή. Αυτή η κολεξιόν είχε πραγματικά ωραία ρούχα. Αλλά έφυγε όλη η προσοχή από τα ωραία ρούχα, τα οποία ήταν και φορέσιμα και όμορφα. Αυτό ήταν και η αφορμή να ονομάσουμε την τελευταία μας συλλογή Beautiful. Δηλαδή εκεί βγήκε ο τίτλος. Μόλις είδα αυτό λέω αυτό δεν είναι. This is not right. Κάτι πηγαίνει λάθος σε αυτόν τον κόσμο σήμερα.
Αυτή η μετάβαση, αυτή η διάθεση να προκαλέσεις και να ξεχωρίσεις έχει αυτό τον κίνδυνο…
Πάντα τον έχει και ναι, βέβαια έχει αυτό τον κίνδυνο. Και πάντα, ξέρεις, κρινόμαστε από την τελευταία μας δουλειά. Ό,τι και να έχουμε κάνει. Έτσι είναι. Είσαι τόσο καλός στο τελευταίο σου σόου λέω.
Και τώρα που λες για την τελευταία σου δουλειά, ουσιαστικά για μια ακόμη φορά έφερες το καλοκαίρι πολύ πιο κοντά στο Γκολφ της Γλυφάδας. Πάντα επιλέγεις έναν χώρο που έχει συναίσθημα και έχει κάτι να αφηγηθεί μέσα από τα ρούχα σου. Ποια είναι η σκηνοθεσία κάθε έξι μήνες;
Κάθε έξι μήνες πρέπει να πω μια διαφορετική ιστορία. Ή μάλλον να πω την ίδια ιστορία με διαφορετικό τρόπο, όπως θες να πες το. Γιατί έτσι κι αλλιώς είμαι ένα brand που παραμένει το ίδιο αλλάζοντας. Είμαι από αυτά τα brands. Η διαδικασία του Fashion Week είναι μια διαδικασία που μας κρατάει όλους σε εγρήγορση. Εμένα και όλο το design team. Την ιδέα του Γκολφ αυτή τη φορά την είχε ο Περικλής Κονδυλάτος, που είναι μέσα στο design team. Ψαχνόμαστε. Εγώ είχα βρει τον τίτλο. Είχα αποφασίσει ότι θα είναι beautiful, γιατί πρέπει να κάνουμε κάτι όμορφο με τη λέξη ομορφιά. Γιατί έπρεπε να πάω ενάντια σε αυτό που συμβαίνει αυτό τον καιρό. Δηλαδή θέλω να μας πασάρουν την ασχήμια για ομορφιά. Δεν είναι κάτι τόσο extreme άσχημο και κακοποιητικό σαν αυτό. Οπότε ψάχναμε το καινούριο location. Βγήκε η ιδέα του Γκολφ Αυτό άλλαξε και το styling. Γιατί τα παπούτσια έπρεπε να είναι διαφορετικά. Οπότε μπήκαν αθλητικά παπούτσια. Η Βίκυ Καγιά, που είναι πολύ φίλη μου, κάνει τα Greatness. Θα ερχόταν στο show. Είπα, δεν βάζουμε και τα Greatness με τις ταφταδένιες φούστες; Και έγινε κάτι, πιστεύω, πολύ ενδιαφέρον. Από άποψη ότι το κοινό μου δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Ήταν πιο κοντά σε ένα πιο νεανικό κοινό. Ήταν ένα mix. Αυτό το show που είχε πράγματα που μπορεί να φορέσει ένα κοριτσάκι 17-18 χρονών.
Ουσιαστικά, λοιπόν, το ρούχο που φοράω τώρα, το φόρεμα που φοράω με την μίνι κάπα, που έχει κάτι από το παρελθόν, αλλά είναι απόλυτα σύγχρονο, μπορεί να μην φορεθεί με ψηλοτάκουνα. Μπορεί να φορεθεί και με flat…
Γιατί όχι. Φυσικά. Άνετα θα το φοράει και με μπαλαρίνες. Αλλά sneakers δεν είχα φανταστεί ποτέ, τα ρούχα με sneakers. Και όμως έγινε. Δηλαδή με ανάγκασε το Γκολφ, γιατί δεν μπορούσα να φορέσουν τακούνια. Οπότε είδες πως ξεκίνησε όλο αυτό από το beautiful και φτάσαμε στο beautiful και ήταν μια πραγματικά όμορφη μέρα.
Ηλιόλουστη.
Και ξέρεις τι κάθε φορά είναι πολύ σημαντικό για μένα; Να έρχεται μια γυναίκα, είτε πελάτισσα, είτε από τον Τύπο, και να μου πει ότι ένιωσα συναισθήματα παρακολουθώντας αυτό. Ένιωσα συγκίνηση, ένιωσα κάτι. Είτε με τη μουσική, είτε με τη μουσική και τα ρούχα.
Και η μουσική είναι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι, γιατί από μικρός πάντα ντυνόμουν αναλόγως εγώ με τη μουσική. Σαν ας πούμε έφηβος και λίγο αργότερα. Μέχρι που σταμάτησα αυτό και φοράω στολή. Οπότε ήταν πάντα η μουσική συνυφασμένη και συνδυασμένη με τα ρούχα και με τη δική μου υπόσταση. Και είναι σημαντικό σε κάθε show να έχω και το τραγούδι. Δηλαδή, τώρα αυτό ήταν κάπως ευκολάκι να πούμε, γιατί ήταν Beautiful ο τίτλος και το Beautiful του James Blunt που είναι ένα πολύ ωραίο κομμάτι, κόλλησε πάρα πολύ ωραία, όπως και της Lana Del Rey.
Αν θα μ’ αγαπάς ακόμη, αν δεν είμαι young and beautiful.
Οπότε όλο αυτό είναι μια διαδικασία πολύ δημιουργική με την ομάδα μου. Δηλαδή, τη μουσική πάντα την κάνει ο Βαγγέλης Θώδος, γιατί είναι το χόμπι του, εκτός ότι είναι εξαιρετικός μακιγιέρ. Το στήνουμε όλο αυτό. Και το στήνουμε για εμάς, αλλά για τον Τύπο που αγαπάμε πολύ και θέλουμε να είναι εκεί. Για εσάς το κάνουμε. Φυσικά για τις πελάτισσες. Πιστεύω ότι η δουλειά μας πρέπει να έχει συνέπεια και συνέχεια εκατό τα εκατό. Ότι πρέπει να είμαστε έξι μήνες πριν. Και παραπάνω.
Η Κουρμπέλα έδειξε χειμώνα 2026. Ήταν μια σεζόν πάνω από εμάς. Ακόμη ένα καταπληκτικό show. Πιστεύω ότι αυτό το fashion week ήταν το καλύτερο από τα τελευταία. Φαντάζομαι να συμφωνείς κι εσύ. Και ήταν καλύτερο γιατί είχαμε περισσότερες συμμετοχές οι Έλληνες σχεδιαστές, τους οποίους αγαπάς και στηρίζεις και από την θεσμική μου θέση πραγματικά θέλω να σε ευχαριστήσω για αυτό. Είσαι από τις δημοσιογράφους που με κάποιον τρόπο πάντα θα ασχοληθούν με το τι γίνεται στην Ελλάδα. Και αυτό έχει να κάνει με την κουλτούρα βασικά. Αυτή είναι η δουλειά ενός δημοσιογράφου, την οποία κάνεις πολύ σωστά.
Ευχαριστώ.
Δεν το λέω για κολακεία. Αυτό είναι αλήθεια.
Ευχαριστώ. Λέμε μάλιστα ότι το The Fashion Bible μιλά ελληνικά. Επιτέλους μιλά ελληνικά. Κι αυτός είναι ο στόχος μας.
Μπράβο. Μα δεν μας λείπει τίποτα, τίποτα απολύτως δεν μας λείπει. Μπορεί να λείπει σε κάποιους θάρρος, αυτοεκτίμηση, τι να πω. Αλλά στους Έλληνες δημιουργούς πιστεύω αυτή τη στιγμή δεν λείπει απολύτως τίποτα για να μεγαλουργήσουμε. Δηλαδή βλέπουμε ότι κάποιοι από εμάς και αν κάποιοι από εμάς καταφέρνουν κάτι, έχουν μια επιτυχία ή εγώ στο Emily in Paris ή η Σήλια Κριθαριώτη που κάνει αυτά που κάνει στο εξωτερικό και άλλοι δηλαδή σημαίνει ότι όλοι μπορούν να έχουν την ίδια τύχη αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα.
Πώς φτάνεις στο Emily in Paris, πώς φτάνεις στο κόκκινο χαλί, πώς ακούγεται το όνομα σου όταν γίνεται ένας χορός εκατομμυρίων με πολύ συγκεκριμένους ιστορικούς οίκους; Πώς φτάνει ένας Έλληνας δημιουργός τόσο μακριά;
Tο άουτσάιντερ από την Ελλάδα. Αυτό ήταν το πρώτο που συνέβη. Ήταν τα Golden Globes τότε με την Alison Brie όπου πραγματικά ήταν η βραδιά του #metoo. Ήταν μια θάλασσα από μαύρα ρούχα. Αλλά εκεί υπάρχει η αξιοκρατία της Αμερικής. Δεν τους νοιάζει από πού έρχεσαι. Αρκεί αυτό που έχεις να δείξεις να είναι καλό. Μου έστειλε mail εκείνο το βράδυ η Alison Brie μέσα από τα βραβεία και μου λέει θα γίνουμε viral. Όντως βγήκε πρώτο ανάμεσα στα πέντε καλύτερα της βραδιάς. Μετά στον Independent, στο ιταλικό Vogue, όλες οι σοβαρές εφημερίδες έγραψαν για αυτό. Ήταν νάμεσα στα οκτώ, ανάμεσα στα δέκα. Ήταν μια πάρα πολύ όμορφη στιγμή. Έχει να κάνει με την αξιοκρατία της Αμερικής.
Ήταν και ωραίο το ρούχο όμως γιατί αλλιώς δεν θα έφτανε εκεί. Τώρα το πώς έφτασε εκεί; Mε συνέπεια και συνέχεια. Γιατί εγώ σε αυτό το σόου που έγινε αυτό το ρούχο τελευταία στιγμή είχα ένα ακόμη σόου να κάνω και λέω, παιδιά κόψτε το φόρεμα στη μέση και βάλτε ένα παντελόνι από μέσα. Γιατί είχα στο νου μου τη Lucille Ball από το I Love Lucy που φορούσε τέτοια… Και μετά η Patricia Field, η στιλίστρια του Sex and the City, που φυσικά ξέρεις, κάναμε ένα lunch στη Νέα Υόρκη που συνεργάζεται με τον Περικλή πολλά χρόνια, μου λέει να δεις ότι αυτό θα δημιουργήσει ένα trend. Και πραγματικά έγινε. Σε απάντηση μίας editor μεγάλου τίτλου περιοδικού που κάποια μέρα είχαμε μία συζήτηση, -δεν θα πω το τίτλο αλλά ένας από τους πολύ μεγάλους τίτλους που υπάρχουν στην Ελλάδα-, και κάναμε μία συζήτηση για την ελληνική μόδα και μου είπε, τόλμησε να μου το πει αυτό, ότι οι Έλληνες δεν δημιουργούν τάσεις.
Στην ερώτηση μου για ποιο λόγο δεν χρησιμοποιούνται φωτογραφίες Ελλήνων σχεδιαστών στα αφιερώματα κολεξιόν. Και η απάντηση ήταν ότι οι Έλληνες δεν δημιουργούν τάσεις. Δηλαδή μου το είπε στο πρόσωπο μου, in my face. Προσπάθησα να είμαι όσο πιο ευγενικός μπορούσα εκείνη την ημέρα αλλά φυσικά δεν της ξαναμίλησα ποτέ, εννοείται δεν προχώρησα σε διαφημιστικό πλάνο και λέω, Θεέ μου, είναι δυνατό να έχουν αυτή την ιδέα κάποιοι άνθρωποι για μας και για την Ελλάδα και τα περιοδικά τελικά να μην έχουν καμία απολύτως ταυτότητα. Γιατί αυτή τη στιγμή αν πας σε ένα περίπτερο και δεις ας πούμε το Vogue, πριν διαβάσεις τα γράμματα θα καταλάβεις από ποια χώρα είναι. Γιατί είναι άμεσα συνδεδεμένο με την κουλτούρα του τόπου και κάθε μεγάλος τίτλος είναι συνδεδεμένος με την κουλτούρα με αυτό που γίνεται εδώ. Οπότε οι Έλληνες είμαστε απαραίτητοι σε αυτά τα έντυπα για να γίνουν καλύτερα.
Και διαφορετικά δεν μπορείς να έχεις αυτή την ταυτότητα που θέλεις. Δηλαδή βλέπεις την αντίστοιχη έκδοση της Πορτογαλίας, της Τουρκίας, τη γαλλική, την ιταλική, μικρότερες εκδόσεις και καταλαβαίνεις αυτό που λες.
Αν δεν το καταλαβαίνεις αυτό και θυμάμαι όταν έκανα ένα ραντεβού με τον Newhouse δείχνοντας το book μου και μου είπε these pages could have been at any Vogue, any time. Αυτό ήταν ό,τι πιο ωραίο έχω ακούσει στην καριέρα μου από έναν άνθρωπο που ξέρει. Ναι, ήταν πολύ όμορφο. Πιστεύω ότι τα περιοδικά γίνονται κάποια καλύτερα και κάποια πολύ χειρότερα.
Γιατί σνομπάρουμε παραδοσιακά ό,τι υπάρχει με ταλέντο στην Ελλάδα και εκτιμάμε πολύ περισσότερο… Θέλω να σου πω κάτι. Ο Γιάννης Τσεκλένης μου έλεγε ότι οι πελάτισσες του προτιμούσαν να τον αγοράσουν από το Harrods από το Λονδίνο και να λένε πήρα Τσεκλένη από το Harrods, από το να τον αγοράσουν από την Αθήνα. Γιατί έχουμε αυτή τη διάθεση;
Έχει πει και η Αρβελέρ κάτι πάρα πολύ όμορφο σε σχέση με αυτό. Ότι οι Έλληνες αισθανόμαστε λιγότεροι. Και όσο αισθανόμαστε λιγότεροι αυτό θα σημαίνει ξενομανία το αισθανόμαστε λιγότεροι. Δεν πιστεύουμε αρκετά για τον εαυτό μας. Και είναι μεγάλη συζήτηση την οποία την κάνουμε ανά καιρούς με φίλους και λέμε σκέφτομαι “βρε παιδί μου βρίσκεσαι στη χώρα που έδιωξε την Κάλλας. Ποιος είσαι εσύ τώρα; Τι λες εσύ; Κάνεις κάποια φορέματα και εντάξει έχεις μπει στο Emily in Paris…. Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Εδώ έχουν διώξει την Κάλλας. Ζεις αυτό. Εγώ. Τι άλλο;”
Πώς αλλάζει αυτό;
Κοίτα αλλάζει σιγά σιγά γιατί υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που επιμένουν. Σαν και εμένα. Υπάρχουν και άλλοι. Και η επιμονή και η υπομονή φέρνει επιτυχία. Σε φέρνει να είσαι στο Emily in Paris. Να βγαίνει ένα από τα ρούχα του Emily in Paris, τρίτο ανάμεσα στα δέκα καλύτερα όλο το σεζόν που είναι το σακάκι το Vertigo. Ξέρεις και αυτό να σου δίνει μία αίσθηση ικανοποίησης και να λες OK κάνω καλά τη δουλειά μου. Και καλώς έχω επιμείνει και καλώς έχω κάνει υπομονή και καλώς έχω επιμείνει.
Δεν έχει λιακάδα όμως πάντα στη διαδρομή. Λέγαμε για την όμορφη μέρα στο Γκολφ της Γλυφάδας. Έχεις πετύχει και καταιγίδα. Ήμουν εκεί στο σόου. Τι γίνεται όταν και μεταφορικά και κυριολεκτικά βρέχει καταρρακτωδώς;
Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα σόου. Αυτό είχε το τελευταίο. Δηλαδή εκείνο ήταν το αμέσως μεγαλύτερο. Είχα τη Fiona Von Thyssen, αυτή τη μυθική γυναίκα. Fiona Campbell-Walter. Με εκατοντάδες εξώφυλλα σε όλα τα περιοδικά του κόσμου. Φωτογραφημένη από όλους τους φωτογράφους. Μία μυθική προσωπικότητα. Τέλος πάντων, μία από τις πιο όμορφες γυναίκες. Η οποία ήρθε μέσα στην βροχή και λέω σήμερα θα έρθουν πραγματικά όσοι με αγαπάνε πολύ. Είχε αρκετό κόσμο. Ρίξαμε και τη χρυσή βροχή στο φινάλε. Λοιπόν, όταν βρέχει είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά γιατί μέσα σε αυτή τη δουλειά την οποία κάνω ας πούμε στο σχεδιασμό ή μετά τα τελευταία χρόνια είναι και τα πιο δύσκολα χρόνια της Ελλάδος που έχουμε περάσει. Δηλαδή με φοβερές αλλαγές. Με φοβερές αλλαγές κυβερνήσεων, κλείσιμο τραπεζών, κορονοϊούς, πολέμους. Αυτή ήταν μια συζήτηση που κάναμε με τον Γιώργο Ελευθεριάδη τον οποίο εκτιμώ πολύ και αγαπώ τον ίδιο και τη δουλειά του στο Σύλλογο. Λέγαμε πάλι για τα περιοδικά.
Λέει έχουμε τις δουλειές μας, η Παρθένη 50 χρόνια. Ο Γιώργος πάνω από 26. Εγώ 22 χρόνια, πέρα από τα χρόνια των περιοδικών. Δηλαδή μου λέει έχουμε αντέξει όλα αυτά και έχουμε κρατήσει τις δουλειές μας ανοιχτές που είναι μια πραγματικότητα. Με εργαζόμενους, πληρώνοντας φόρους. Κυρίως ανοιχτές. Ανοιχτές επιχειρήσεις. Μέσα σε όλο αυτό που έχει γίνει τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια τα οποία ήταν δεν μπορούσε κανείς να φανταστεί τη δυσκολία που θα περνάγαμε. Λοιπόν, τις πιο δύσκολες μέρες αυτές που αναρωτιόμουν για ποιο λόγο τώρα να πάω στη δουλειά δηλαδή πες μου πραγματικά τον λόγο έλεγα στον εαυτό μου ερχόμουν, έπαιρνα την κούκλα την Stockman που έχω, έβαζα ένα κομμάτι ύφασμα και έφτιαχνα κάτι πάνω. Γιατί αυτό είναι ένα ταλέντο που δεν ήξερα ότι το είχα. Όμως τα πιο best seller φορέματα είναι αυτά που έχω κάνει που έχω βάλει το χέρι μου και έχω κάνει κάτι. Ή το έχω τραβήξει έτσι ή έχω κάνει ένα φόρεμα πάνω στην κούκλα. Δεν ήξερα ότι έχω αυτό το ταλέντο. Οπότε, οι δυσκολίες ας πούμε ότι πέρναγαν μέσα από τη δημιουργία. Υπήρχαν φορές που κάναμε ένα μεγάλο show, θυμάμαι όταν γιόρταζα τα δέκα μου χρόνια στη Μεγάλη Βρετανία, με πυροτεχνήματα με όλα τα μοντέλα. Και στο τέλος ήθελα να βγάλω το team μου έξω για φαγητό σε ένα πολυτελές εστιατόριο και δεν γινόταν. Αλλά πήγαμε και φάγαμε ένα πολύ όμορφο σουβλάκι όλοι μαζί και περάσαμε πολύ ωραία. Γιατί αυτό μπορούσα να κάνω. Επίσης, θυμάμαι ότι εκείνη η κολεξιόν είχε βγει μιλάμε σε βαθιά κρίση με υφάσματα τα οποία είχαν μείνει στην αποθήκη. Δεν μπορούσαμε να αγοράσουμε καινούργια υφάσματα.
Χρησιμοποιώ πολύ ακριβά υφάσματα από τα καλύτερα εργοστάσια του κόσμου. Ένα από τα φορέματα, λοιπόν, δεν έφτανε. Το βάλαμε στο πατρόν. Τα υπόλοιπα με μαγικό τρόπο κάπως έφερνα ένα ύφασμα, λέγαμε θα κάνουμε αυτό. Παιδιά, τώρα δεν θα αγοράσουμε υφάσματα, θα γίνει το σόου με αυτά. Έφεραν ένα, λοιπόν, και δεν έφτανε. Και ήταν φούξια το φόρεμα και έλειπε ύφασμα από πάνω και από κάτω. Ωραία, λέω θα βάλουμε λεμονί. Που είχαμε ένα άλλο κομμάτι λεμονί. Έρχεται μετά μία πελάτισσά και μου λέει, καλά κύριε Ζούλια, πώς σκεφτήκατε αυτό το συνδυασμό, τον μαγικό. Πού να ήξερε αυτή η γυναίκα τι έγινε. Αυτά είναι το backstory. Το θέμα είναι ότι το show έγινε. Βγήκαν τα μπαλόνια, έπεσαν τα χειροκροτήματα και βγήκαν και best seller φορέματα από δυσκολία.
Αυτές οι δυσκολίες…
Η δυσκολία είναι πάντα μεταμφιεσμένο δώρο, λέω. Αυτό λέω και στα νέα παιδιά μην μασάτε πουθενά. Δηλαδή να κάνετε, να έχετε όραμα. Είναι σημαντικό να υπάρχει όραμα. Εγώ έκανα το όραμα μου πάνω σε αυτό. Είχα ένα πολύ δυνατό όραμα όταν άνοιξα αυτό το μαγαζί με τα παπούτσια και τις τσάντες το οποίο βεβαίως γνωρίζεις γιατί γνωριζόμαστε πολλά χρόνια. Είχα ένα δυνατό όραμα και έστησα ένα… Το brand μου είχε ένα δυνατό DNA. Όπως και σε πολλούς άλλους Έλληνες σχεδιαστές υπάρχει αυτό. Το ξέρεις εσύ. Υπάρχει πολύ δυνατό DNA σε αρκετούς από εμάς.
Όμως αυτό το DNA το κουβαλάς όπως είπαμε ουσιαστικά από τη μέρα που γεννιέσαι.
Ναι, είμαστε το brand. Είμαστε το brand.
Στη μετάβαση αυτή από τον χώρο των περιοδικών θα έρθω στην δική μας ατάκα. Απο κριτής κρινόμενος.
Αυτό είχε μπει στο Vogue. Δεν είχα ακούσει πιο σωστό πράγμα. Γιατί μια ζωή ήμουν από εδώ όπου έκρινα και ξαφνικά βρέθηκα κρινόμενος. Πω πω! Και δεν μου άρεσε αυτό καθόλου. Αλλά όλες οι αυστηρές κριτικές που έχω πάρει μέσα στα χρόνια με έχουν βοηθήσει πάρα πολύ να γίνω καλύτερος. Δηλαδή πάρα πολύ. Είμαι ευγνώμων για ότι αρνητικό, δεν πιστεύω ότι υπάρχει αρνητικό, αλλά για ότι αρνητική κριτική έχω διαβάσει για την δουλειά μου με πήγε παρακάτω. Γιατί έδωσα σημασία.
Αν μπορούσες να βρεθείς εσύ απέναντι στο Βασίλη και να γίνεις εσύ ο κριτής.
Ναι, ναι. Βλέπω κάποια πράγματα και λέω Παναγία μου πώς το έκανες αυτό τώρα. Το εγώ βλέπω. Όπως και το αντίθετο. Αυτό τώρα πόσο μαγικό είναι που είναι ας πούμε το σακάκι του Emily in Paris που το έκανες στην πρώτη σου συλλογή το και ακόμη πουλάει. Δηλαδή ή που έβαλες δύο φιογκάκια σε ένα φόρεμα και ακόμη πουλάει. Και έρχεται βέβαια αυτό είναι και ευχή και κατάρα να έχεις μια δυνατή ταυτότητα γιατί μια φορά ήρθε μια πελάτισσα και φόρεσε ένα φόρεμα πολύ όμορφο. Κοιτάζοντας στον καθρέφτη πολλή ώρα λέω θα το πάρει. Και μου λέει ναι μου λέει αλλά δεν είναι Zoulias. Λέω τι εννοείτε; Λέει δεν έχει ένα φιόγκο. Ε θα σας βάλουμε. Είχαμε και μια συζήτηση σήμερα με τον Ορσαλία Παρθένη σε μια σχολή όπου μιλάγαμε για το branding και το DNA και την έχω φρέσκια και αυτή την ιστορία.
Είναι ευχή και κατάρα. Άρα πρέπει να είναι Ζούλιας. Πρέπει να έχει φιόγκο.
Πρέπει να είναι Ζούλιας, πρέπει να είναι Parthenis, πρέπει να είναι Ελευθεριάδης, πρέπει να είναι Λουκία, πρέπει να είναι Βρεττός Βρεττάκος, πρέπει να… Φαντάζεσαι ένα ρούχο του Βρεττού χωρίς beading; Δεν γίνεται.
Yπάρχει και η προσωπική σου διαδρομή. Δηλαδή παράλληλα δεν αγοράζει κανείς μόνο Zούλια με φιόγκους. Αγοράζει και ένα προσωπικό σου στοίχημα να έρχεσαι πολύ πιο κοντά με τους ανθρώπους. Το οποίο το κάνεις και μέσα από τα social media που συχνά δείχνουν μόνο τη βιτρίνα. Αλλά εσύ δείχνεις, σκαλίζεις πολύ περισσότερο και την ψυχή σου. Αυτό πώς έρχεται σε ισορροπία και τι τίμημα έχει για σένα;
Δεν έχει τίμημα. Φαντάζομαι θα αναφέρεσαι στην προσωπική μου ζωή σε σχέση με τις εξαρτήσεις και τα λοιπά. Πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι που έχουμε δημόσιο λόγο οφείλουμε και έχουμε περάσει κάτι τέτοιο και έχουμε περάσει στην άλλη όχθη. Οφείλουμε αυτό να το μοιραζόμαστε. Να το μοιραζόμαστε δημόσια. Είμαι της αμερικανικής σχολής. Σίγουρα θα έχεις προσέξει ότι ο Μarc Jacobs είναι κι αυτός στην ανάρρωση κάποια χρόνια και στην προσωπική του σελίδα μπορεί και στην επαγγελματική του, έβαλε την προσευχή της Γαλήνης. Γιατί κι αυτός παρακολουθεί ένα πρόγραμμα με βήματα. Δηλαδή, απλά στην Ελλάδα επειδή είμαστε χρόνια πίσω από την Αμερική και από την υπόλοιπη Ευρώπη εντάξει κάποιοι άνθρωποι είναι πιο μπροστά. Ας πούμε ότι είμαι λίγο μπροστά σε αυτό.
Δεν έχεις νιώσει κάποιες φορές ότι έχω χάσει πελάτισσες για αυτόν τον λόγο;
Όχι, βέβαια. Το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή μου σήμερα πέρα από τις μόδες και τις φιοριτούρες και τους φιόγκους είναι αυτό που συμβαίνει στην προσωπική μου ζωή. Έχω λάβει ένα τεράστιο δώρο. Κάποια στιγμή στα μου χρόνια είμαι τώρα και αισθάνομαι ότι αυτό το δώρο πρέπει να το μοιραστώ. Δεν μπορώ να το κρατήσω για μένα. Δεν έχει κόστος. Δεν κοιτάω το κόστος γιατί η προτεραιότητά μου είναι αυτή. Τη δουλειά μου την αγαπώ, την κάνω εννέα με πέντε. Έχω με άτομα προσωπικό στην εταιρεία όπου πρέπει να πληρωθούν τα έξοδα της επιχείρησης και το κάνω με πολλή αγάπη, με πολλή συνέπεια, με συνέχεια.
Το βλέπετε, το παρακολουθείτε. Αλλά η προσωπική μου ζωή έχει και αυτό το κομμάτι τις υπόλοιπες ώρες ή όλο το 24ωρο μάλλον που είναι πάρα πολύ σημαντικό οπότε όταν φυσικά δεν θέλω να γίνω γραφικός και να λέω συνέχεια γι’ αυτό αλλά και αυτή η συνέντευξη που είναι επικεντρωμένη στη μόδα έκανες την ερώτηση και καλώς την έκανες γιατί μπορεί αυτή τη στιγμή κάποιος να παρακολουθεί και να λέει αν ο Βασίλης Ζούλιας έχει καταφέρει να τα κόψει θα μπορέσω και εγώ να τα κόψω. Και καλώ και τον κόσμο μέσα από τη συνέντευξη να μου στείλει μηνύματα στο facebook ή στο instagram και δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά όταν κάποιος μου στέλνει ένα μήνυμα και μου λέει είχα δει τη συνέντευξή σας πέρυσι και τώρα είμαι ένα χρόνο καθαρός. Έχω κόψει αλκοόλ. Δηλαδή υπάρχει κάτι πιο όμορφο από αυτό. Κι μετά κάνουμε φιόγκους, κάνουμε shows.
Αυτό είναι το φως. Αυτό είναι το χρώμα.
Αυτή είναι η ζωή μου. Αυτός είμαι.
Από το βιβλίο σου έμεινε κάτι απ’ έξω για να επιστρέψεις και για να πεις ότι θέλω να πω μια άλλη ιστορία τώρα;
Από το βιβλίο που γράφτηκε για τη ζωή μου το έγραψε η Ρέα Βιτάλη και αναφέρθηκε στη ζωή μου από τη γέννησή μου. Οπότε εγώ έχω να γράψω ένα άλλο βιβλίο τώρα ή αργότερα όταν σκεφτώ να το γράψω. Θα έχει πολύ ενδιαφέρον το κομμάτι το επαγγελματικό. Στο πώς δηλαδή κάποιος καταφέρνει να κρατήσει την επιχείρηση ανοιχτή μέσα από δυσκολίες που μπορεί να συμβαίνουν στο χώρο στη χώρα στην περίοδο. Εμείς όλοι οι Έλληνες δεν ανήκουμε σε πολυεθνικές εταιρείες. Αν και θα έπρεπε. Αναγκαζόμαστε να κάνουμε και το business κομμάτι και το δημιουργικό κομμάτι. Οι περισσότεροι από εμάς εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων που είναι τα πράγματα κάπως πιο εύκολα.
Οπότε κάποια κομμάτια θα ήθελες να φύγουν από πάνω σου ιδανικά.
Κοίτα. Από τη μία ναι. Από την άλλη έχω βάλει πείσμα να γίνω όσο καλύτερος επιχειρηματίας γίνεται. Ώστε όταν έρθουν τα funds γιατί θα έρθουν και στους Έλληνες, θα τους προσεγγίσουν αργά ή γρήγορα. Και όταν το λέω αυτό λένε έλα έλα έλα. Αλλά έτσι έλεγα το έλεγα παιδιά θα έρθει το Vogue, το Marie Claire, το ΕLLE στην Ελλάδα και μου λέγανε τότε είχαμε μόνο τη Γυναίκα. Τι λες Βασίλη. Τι είναι αυτά όνειρα θερμής νυχτός. Δεν πέρασε ένας χρόνος, δύο, ήρθε το Marie Claire ήρθε το ένα και μετά ήρθαν όλα τα περιοδικά. Οπότε αυτό θα γίνει κάποια στιγμή. Και εμείς οι Έλληνες δημιουργοί θα είμαστε πολύ δυνατοί στα πόδια μας ώστε να έχουμε, να κάνουμε σωστές διαπραγματεύσεις.
Κι αν μιλήσουμε για κάποιες γυναίκες που βλέπουμε στην πρώτη σειρά σου αλλά θα τις δούμε και κάποιες που δεν τις έχουμε δει ακόμα. Όπως είναι για παράδειγμα η Kimberly Guilfoyle. Πώς την κρίνεις;
Δεν μπορώ να κρίνω την Kimberly Guilfoyle. Αλλά βλέπω την υπόσταση αυτής της γυναίκας. Βλέπω τα ρούχα της. Βλέπω μια πολύ έξυπνη, πανέξυπνη, μορφωμένη, δυναμική γυναίκα με ένα γρήγορο λόγο που δείχνει πόσο έξυπνη είναι. Τα ρούχα της εντάξει, τα προσέχω. Δεν τα κρίνω. Τα προσέχω. Τις έχω στείλει τη δουλειά μου. Η τελευταία συλλογή είχε τίτλο First Lady. Οπότε νομίζω θα τις ταιριάζει πάρα πολύ. Την έχουμε αγκαλιάσει την Kimberly. Όλοι θέλουμε να μαθαίνουμε τι κάνει, τι φοράει που πάει. Αλλά θέλω να σου πω δεν κοιτάω τόσο τα ρούχα σε αυτή τη γυναίκα, έχει έναν θεσμικό ρόλο. Ελπίζω να βοηθήσει την χώρα μας με τον τρόπο που ξέρει.
Όταν έρθει εδώ τι θα της έδινες;
Όλη τη συλλογή. Θα της πήγαινε γάντι.
Μαύρο κυρίως;
Μαύρο, άσπρο, τα καφέ θα της πηγαίνουν πολύ, τα καμηλό, θα της έκανα ένα διαφορετικό στάιλινγκ από αυτό που έχει τώρα. Πιο κοντά στον θεσμικό της ρόλο.
Αν μιλήσουμε για την Πρώτη Κυρία, την Μαρέβα Γκραμπόφσκι-Μητσοτάκη, στιλιστικά.
Η Μαρέβα ήρθε κι έφερε έναν φρέσκο αέρα στη Βουλή και στην κατάσταση με το ντύσιμο της, είχαμε να δούμε τόσο ωραίο ντύσιμο από την Αμαλία Μεγαπάνου. Ασχοληθήκαμε με το τι φοράει. Η Μαρέβα είναι η Μαρέβα. Μπορεί να φορέσει Birkenstock σε μια επίσημη εμφάνιση. Και είναι ο εαυτός της, είναι κουλ, fresh breeze, δεν υπακούει σε κανόνες, είναι ο εαυτός της, τι καλύτερο από αυτό. Και δεν πιστεύω ότι την πολυαπασχολεί. Κάτι που της έχω πει και της ίδιας πολλές φορές είναι ότι θα ήταν ωραίο να φόραγε περισσότερους Έλληνες σχεδιαστές. Ή μόνο Έλληνες σχεδιαστές όπως κάνει η Βrigitte Macron που φοράει μόνο Γάλλους, η Melania, πιο πολύ Αμερικάνους. Η Μαρέβα θα έπρεπε να είναι πρέσβειρα της χώρας της. Και είναι καλό να λένε τι φοράνε. Να μην φοβόμαστε. Να λένε ότι φοράνε Έλληνα σχεδιαστή.
Και μια συμβουλή στον νεότερο εαυτό σου; Η ερώτηση που παίζει πολύ στο TikTok και στα νέα παιδιά;
Να μην φοβάται τίποτα. Να προχωρήσει στη ζωή χωρίς φόβο. Γιατί έζησα πολύ μέσα στο φόβο. Σε φόβο σε ανασφάλεια.
Και τα λάθη;
Δεν υπαρχουν λαθη. Είναι όλα σωστά. Γιατί χωρίς το λάθος δεν μπορείς να βρεις το σωστό. Δεν υπάρχουν λάθη ούτε στις σχέσεις ούτε στις προσωπικές, τις επαγγελματικές. Εγώ όλα μου τα μαθήματα τα έχω μάθει από τα λάθη μου. Εχω κάνει τεράστια λάθη τα οποία έχω πληρώσει. Και τα πληρώνω ακόμη αλλά όλα έχουν να κάνουν με το ποιος άνθρωπος είμαι σήμερα. Όλα έχουν καταλήξει να είναι με τον υπέροχο Βασίλη Ζούλια που είμαι σήμερα.
Κι αν επαναλαμβάνουμε υπέροχε Βασίλη Ζούλια τα ίδια λάθη;
Αν επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη και περιμένουμε χωρίς θεραπεία που έχω κάνει… Ας κάνεις καινούργια λάθη. Άμα κάνεις το ίδιο, δεν είναι ποτέ αλλιώς.
Η καλύτερη συμβουλή;
Να είμαι ο εαυτός μου και πραγματικά να με αγαπήσω.
DIANE VON FURSTENBERG: THE WOMAN I WANTED TO BE
«Πάντα ήθελα να ζω σαν άνδρας στο σώμα μιας γυναίκας». Πριγκίπισσα ή γάτα και τίγρης μαζί; Η Diane von Furstenberg είναι ενάντια στις αισθητικές επεμβάσεις, ακόμη και στο μπότοξ. Αρνείται ακόμη και σήμερα να σχεδιάσει για άνδρες. Η ζωή της μοιάζει παραμυθένια. Πριγκίπισσα και μαμά στα 18, σύντροφος του Richard Gere και του Warren Beatty, σήμα κατατεθέν της ένα ζευγάρι χείλια. Με μαμά Ελληνίδα, έναν πριγκιπικό γάμο κι ένα πριγκιπικό διαζύγιο, δεύτερο γάμο-υπερπαραγωγή, έναν καρκίνο κάπου στη διαδρομή, δυναμική γιαγιά πλέον, θεωρεί ότι δεν υπάρχει γυναίκα που να μην είναι δυνατή. Αν ήταν πάντως να την «υποδυθεί» μια νέα σταρ στο σινεμά η Diane von Furstenberg θα επέλεγε την Marion Cotillard.
Για την Ελλάδα
«Είναι αστείο γιατί όταν σε ρωτάει ο κόσμος σε ποια ιστορική περίοδο θα ήθελες να έχεις ζήσει, εγώ λέω πάντα στην Αρχαία Ελλάδα χωρίς να ξέρω γιατί. Τώρα όμως νομίζω ότι ξέρω τον λόγο. Οι γυναίκες ήταν Θεές τότε και τις λάτρευαν. Κι εμένα μου αρέσει αυτό.»
Για την έμπνευση
«Υπάρχουν τρία πράγματα που με εμπνέουν. Οι γυναίκες, η φύση, η τέχνη. Οι γυναίκες για τον δυναμισμό τους. Η φύση, για τα χρώματα, τα μοτίβα, πάντα κουβαλάω μια κάμερα μαζί μου. Και η τέχνη για τα συναισθήματα που γεννάει, την ομορφιά, τους θησαυρούς. »
Για την ελευθερία
«Είμαι πολύ εκλεκτική σε αυτά που μου αρέσουν. Είμαι σχεδιάστρια, δεν επιβάλλω πώς πρέπει να είναι τα πράγματα. Οταν μαγειρεύω, ετοιμάζω τον μπουφέ και φτιάχνετε τη δική σας σαλάτα. Κάθε γυναίκα πρέπει να νιώθει ελεύθερη.»
Για την φιλανθρωπία
«Το να βοηθάς, να προσφέρεις και να εμπνέεις είναι προνόμιο».
Για τα «μαγικά» 40
«Δύο πράγματα είναι σημαντικά για μια γυναίκα. Το πρώτο είναι να έχει παιδιά. Το δεύτερο έρχεται μετά τα 40. Πρέπει να έχει βρει κάτι στο οποίο είναι καλή. Ακόμη κι αν αυτό είναι ότι φτιάχνει την καλύτερη μαρμελάδα βερίκοκο. Τότε θα γίνει μύθος για τις μαρμελάδες της...»
Για την τρίτη πράξη της ζωής της
«Αυτήν την περίοδο γράφω ένα βιβλίο, που δεν είναι στα αλήθεια αυτοβιογραφικό. Νιώθω τώρα ότι είμαι αρκετά μεγάλη για να μιλήσω με την εξουσία που μου δίνει η ηλικία μου, χωρίς να φαίνεται ότι πατρονάρω κάτι. Οπότε θα λέγεται «The woman I wanted to be» και θα μιλάει για τη δημιουργία, πώς είναι να γερνάς, την οικογένεια, όλα. Είναι κάτι που μου βγαίνει φυσικά. Οταν δίνεις συνεντεύξεις, κινδυνεύεις να γίνεις βαρετή. Λες τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά. Και κάθε φορά προσπαθείς να είσαι λίγο πιο οικεία. Το ωραίο με τη ζωή μου τώρα, την τρίτη πράξη της ζωής μου, είναι ότι χαρακτηρίζεται από συνοχή. Η αποστολή μου είναι να δυναμώνω τις γυναίκες. Και το κάνω μέσα από τη μόδα, διαλέξεις σε πανεπιστήμια, φιλανθρωπία. Ναι, πιστεύω ότι οι γυναίκες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο.»
SIMON KASSIANIDES: «ΕΙΜΑΙ ΠΕΡΗΦΑΝΟΣ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ, RE!»
Λίγες ώρες μετά τη συνάντηση μας θα πήγαινε στο αεροδρόμιο. Χιόνιζε όλο το βράδυ και το ραντεβού μας ήταν κανονισμένο για το επόμενο πρωί, στο χιονισμένο Σύνταγμα. Λευκό τοπίο, με φόντο την Ακρόπολη. Ευτυχώς δεν χρειάστηκε να σπάσει ο πάγος. Ο Simon Kassianides ή Simon Kass χαμογελάει και φωτίζεται το πρόσωπο του. Εξαιρετικά φωτογενής, φιλικός, αυθόρμητος σαν Έλληνας, ευγενικός σαν Βρετανός, άμεσος σαν Αμερικάνος, μιλάει αποκλειστικά αγγλικά, αν και καταλαβαίνει ελληνικά χωρίς να το αποκαλύπτει (για ευνόητους λόγους).
Έχει υψηλή αίσθηση του χιούμορ, μιλάει με πάθος, για την Ελλάδα και τους ανθρώπους της, τη δουλειά του στο σινεμά, την τηλεόραση, το θέατρο, μοιάζει δουλεμένος από μέσα, βαθειά, ξέρει τι του πηγαίνει, ελέγχει απόλυτα την εικόνα του. Την ίδια στιγμή αυτοσαρκάζεται, παίζει με τις λέξεις, λέει για το βράδυ που πήγε και είδε την Demy, την Πάολα, τον Σάκη (Ρουβά). Και μετά μιλάει για το 1821, τα βιβλία φιλοσοφίας που διαβάζει, και φωτογραφίζεται με φόντο την Ακρόπολη. Αυτός είναι ο Σάιμον Κασσιανίδης. One-man show.
Δεν ξέρω πως θα μεταφραστεί το Cliffs of freedom, η ταινία-υπερπαραγωγή που πρόκειται να βγει στους κινηματογράφους μέσα στο 2017, για την Επανάσταση του 1821 με τον ίδιο και τον Christopher Plummer στο πολυπληθές καστ, κατάλαβα όμως ότι ο Simon Cassianides είναι επαναστάτης. Με αιτία; Κάπου ανάμεσα στο Quantum of Solace, την ταινία James Bond που έχει στο portfolio του, το The Edge of Love (με την Keira Knightley) και τώρα το Unforgettable (με την Catherine Heigl και την Rosario Dawson), ο Simon Kassianides μιλάει για τον Μάρκο Μπότσαρη, την ενσυναίσθηση, τα μπουζούκια, ποια σταρ του Χόλιγουντ θα υποδυθεί την μαμά του όταν η ζωή του γίνει ταινία…
-Μόλις ολοκληρώσατε τα γυρίσματα για το «Cliffs of Freedom». Συναισθήματα; Απολογισμός; Στόρι;
-Είναι ένα φιλμ για τον πόλεμο της Ελλάδας για ανεξαρτησία από τους Οθωμανούς. Μόλις τελείωσαν τα γυρίσματα, που έγιναν στην Αμερική, στο Σάντα Φε, και διήρκεσαν τρεις μήνες. Υποδύομαι τον Γρηγόρη, μια ελεύθερη απόδοση της προσωπικότητας του Μάρκου Μπότσαρη. Ο ρόλος που ερμηνεύω είναι εξαιρετικά απαιτητικός, κινησιολογικά και σωματικά, γιατί κάνω ο ίδιος τα stands μου, έπρεπε να βάλω οχτώ κιλά σε τρεις εβδομάδες, έτρωγα κάθε τρεις ώρες, σήκωνα βάρη, έγινα από αδύνατος, θηρίο.
- Είναι αλήθεια ότι ήσασταν ο μοναδικός Έλληνας στο καστ; Και μάλιστα γεννημένος στο Λονδίνο;
- Λίγο πολύ. Ο Billy Zane είναι επίσης στην ταινία και ξέρω ότι είναι μισός Έλληνας.
- Και η ελληνικότητα; Βαριά σαν φορτίο;
- Εκτός από το γεγονός ότι έπρεπε να βάλω βάρος, το αληθινό βάρος είναι ότι παίζω έναν εθνικό ήρωα της Ελλάδας. Τεράστια ευθύνη. Να ερμηνεύω κάποιον που σήμαινε τόσα πολλά για την ιστορία και τον πολιτισμό μας. Υπήρχαν στιγμές που έβλεπα την τούρκικη σημαία και έκλαιγα. ‘Εντονα φορτισμένη εμπειρία...
- Η ευθύνη γεννάει αγωνία; Φοβάστε τι θα γράψουν οι κριτικοί;
- Όχι. Σε οτιδήποτε κάνω, τιμώ τον σεβασμό που έχω για τη δουλειά μου. Όταν ξέρω ότι έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου, και υπήρξα συνεπής απέναντι στον σκηνοθέτη, στην παραγωγή, στον εαυτό μου, ηρεμώ. Η κριτική δεν με φοβίζει.
- Μοιάζει σα να έχετε δουλέψει πολύ με το μέσα σας…
- Δεν νομίζω ότι μπορείς να υποδυθείς κάποιον με αυτοπεποίθηση, αν δεν έχεις ενσυναίσθηση. Και τελικά, η υποκριτική είναι να δημιουργείς συναισθηματική ταύτιση για τους άλλους. Η δουλειά μου είναι να καταλαβαίνω τους ανθρώπους.
- Tι καταλάβατε για τον Μάρκο Μπότσαρη;
- Kαθώς ο χαρακτήρας δεν σχεδιάστηκε ποτέ για να είναι ακριβώς ο Μπότσαρης, είχα την ελευθερία να τον δημιουργήσω, μαζί με τον σκηνοθέτη. Οπότε σκέφτηκα: τι είδος ανθρώπου θα ήταν; Φειδωλός στις λέξεις; Ή μήπως θα έλεγε πολλά; Ευφυής; Επέλεξα κάποιον με μια σπίθα στο βλέμμα, έναν άνδρα απίστευτα παθιασμένο. Έφερα στο μυαλό μου τον Anthony Quinn στα Κανόνια του Ναβαρόνε. Στην πρώτη χορογραφία μου δόθηκε ένα ξίφος. Και είπα «όχι, είναι λάθος, ο χαρακτήρας μου θα σε άρπαζε, θα σε χτυπούσε, θα σε πετούσε κάτω». Και το προσαρμόσαμε σε αυτήν την ιδέα. Οπότε επιτίθεμαι μετωπικά. Και στις ήρεμες σκηνές, παραμένω ήρεμος. Είμαι το χέρι της επανάστασης.
- Υπάρχουν κοινά με τον χαρακτήρα σας;
- Νομίζω ότι υπάρχουν κοινά σε κάθε ρόλο. Ή τουλάχιστον αυτό είναι κάτι που προσπαθώ να βρω κάθε φορά. Ακόμη κι αν υποδύομαι έναν ψυχοπαθή, όπως στην ταινία που γύρισα τώρα για την Warner Brothers, Unforgettable. Το πιο συναρπαστικό κομμάτι της διαδρομής είναι ότι μπορώ να φέρω μια ανθρώπινη διάσταση σε έναν ψυχοπαθή. Αντί να είναι δισδιάστατος ο ρόλος, προτιμώ να μπορείς να σχετιστείς. Πρέπει να κάνεις έρευνα και να καταλάβεις που ξεκινάει και τελειώνει η λογική. Όταν δημιουργείς συναισθηματική ταύτιση, ακόμη κι αν ένας χαρακτήρας σε τρομάζει, υπάρχει κάτι που θα ακολουθήσεις προς τον ρεαλισμό.
- Πώς σας αρέσει να συστήνεστε; Ηθοποιός; Σκηνοθέτης; Παραγωγός;
- Κινηματογραφιστής. Αυτό τα περικλείει όλα. Αφηγούμαι ιστορίες.
- Έχετε πει τις ιστορίες που θα θέλατε μέχρι τώρα;
- Όχι. Δε νομίζω ότι υπάρχει καλλιτέχνης που πεθαίνει έχοντας πει όλες τις ιστορίες. Πάντα θα υπάρχει κάτι ακόμη. Ο Stanley Kubrick ήθελε να αφηγηθεί την ιστορία του Ναπολέοντα. Αν θέλεις να πεις μια ιστορία, υπάρχουν εκατοντάδες. Οπότε όχι. Δεν είμαι καν κοντά. Μόλις ξεκίνησα.
- Kαι το ελληνικό σας ονοματεπώνυμο; Πώς το προφέρουν και πως αντιδρούν όταν συνειδητοποιούν ότι έχετε ελληνική καταγωγή;
- Ειδικά στην Αμερική που ζω τώρα, μιλάμε για χώρα μεταναστών. Η Meryl Streep τα είπε όλα στην απονομή των βραβείων στις Χρυσές Σφαίρες. Οι περισσότεροι στην Αμερική θέλουν να προφέρουν σωστά το όνομα μου: «Κασσιανάιντις;» Στην αρχή ήταν δύσκολο γιατί κανείς δεν με ήξερε και ύστερα μετά από λίγα χρόνια σε μαθαίνουν και είναι ωραίο να ακούς να σε φωνάζουν σωστά. Θα μπορούσα να το είχα αλλάξει στην πορεία…
- Γιατί δεν το κάνατε;
- Γιατί είμαι περήφανος που είμαι Έλληνας, re! Αν μπορούν να πουν Schwarzenegger μπορούν να πουν και Kassianides, έτσι δεν είναι; Το Kassianides επίσης θυμίζει και Cassavetes, οπότε, ο κόσμος λέει ότι υπάρχει κληρονομιά πριν από μένα.
- Ρατσισμός; Σνομπισμός;
- Όχι μπροστά μου. Η Αγγλία το έχει αυτό, η Αμερική όχι. Η Αγγλία είναι μια ταξική κοινωνία. Στην Αμερική δεν υπάρχει αυτό που λέμε Αμερικανός, αν και θα πρέπει να δούμε τι λέει ο Donald Trump γι'αυτό. Σνομπισμό, έχω βιώσει, ρατσισμό πάλι, όχι. Αν κι έχω συναντήσει πολλούς ηλίθιους στη ζωή μου, κι αυτό δεν έχει να κάνει με τη δουλειά που κάνω.
-Υπάρχουν ρόλοι στην τηλεόραση, στο θέατρο, στο σινεμά, που δεν σας τρέλαναν;
- Για μένα όλα έχουν να κάνουν με την ιστορία. Είτε αν μιλάμε για ντοκιμαντέρ, είτε για κινούμενα σχέδια. Αν μπορείς να την αφηγηθείς όμορφα, δεν με νοιάζει. Έχω δει άθλιο θέατρο, φρικτή τηλεόραση, απαίσιες ταινίες.
-Και οι δικές σας ιστορίες;
-A, ό,τι έχω κάνει είναι εξαιρετικό, αγαπώ όλους όσους συνεργάστηκα, όλοι είναι υπέροχοι… Αστειεύομαι φυσικά. Δεν θα πω ότι δεν έχω μετανιώσει για πράγματα που έκανα. Φυσικά και υπήρχαν στιγμές στην καριέρα μου που πέρασαν έτσι. Η πρώτη μου δουλειά μετά τη δραματική σχολή ήταν στο West End με τον Woody Harrelson και τώρα έχω φτάσει στο σημείο να μου προσφέρουν δουλειά, να με ρωτούν αν θέλω να το κάνω. Και είναι υπέροχο συναίσθημα για έναν ηθοποιό. Γιατί για χρόνια σκέφτεσαι ότι κανείς δεν θα σου δώσει δουλειά, ή ότι σε ξέχασαν. Ότι δεν έχεις ταλέντο. Υπάρχουν φαντάσματα και δαίμονες σε αυτό που κάνεις.
-Φαντάσματα, δαίμονες και …απόρριψη όπως είδαμε και στο LaLaLand… Τι κάνετε για να μην σας πάρει από κάτω;
-Σαν ηθοποιός εισπράττεις απόρριψη καθημερινά. Το να είσαι ηθοποιός είναι μια εξαιρετικά παράξενη δουλειά. Πρέπει να είναι χοντρόπετσος και ο πιο ευαίσθητος άνθρωπος στο δωμάτιο, προσπαθώντας να βρεις έναν τρόπο να εξισορροπήσεις αυτά τα δύο στοιχεία. Πως το καταφέρνεις; Πίστη, διαλογισμός, μποξ, οτιδήποτε μπορεί να σε βοηθήσει.
- Εσείς; Προτιμάτε το ρινγκ ή να τρέχετε στον μαραθώνιο;
- Τα κάνω όλα. Ευτυχώς πάντα υπάρχει μια απόρριψη, προτάσεις που τινάζονται στον αέρα, προσδοκίες. Το να έχεις προσδοκίες στη δουλειά μας αποτελεί επικίνδυνη επιλογή. Μου αρέσει να τρέχω, φτάνεις σε επίπεδο απόλυτης περισυλλογής. Διαβάζω πολύ. Μυθιστορήματα, διαφορετικά είδη, από Alain de Botton μέχρι θρίλερ.
- Κι όταν είστε στην Ελλάδα πηγαίνετε στην Πάολα…
- Φυσικά. Όλα στη ζωή είναι. Ο Martin Amis έχει πει πως για να είσαι καλλιτέχνης, πρέπει να γράφεις, να διαβάζεις, να καταναλώνεις τέχνη και μετά να ζεις τη ζωή. Δεν πρέπει να περιορίζεσαι. Η πειθαρχία είναι το ένα. Και το άλλο είναι η εμπειρία. Πώς θα καταλάβω καλύτερα μια κουλτούρα; Υπάρχουν τραγούδια από την εποχή της Χούντας, τους εμφύλιους, και σημερινά παιδιά τα τραγουδάνε στα νυχτερινά κλαμπ, γνωρίζοντας όλες τις λέξεις. Αυτή είναι μια δυνατή κουλτούρα και πρέπει να την γιορτάζουμε. Οπότε δεν καταλαβαίνω γιατί ορισμένοι σνομπάρουν τα μπουζούκια… Εγώ λέω ότι θα πρέπει πάντα να πηγαίνουμε στα μπουζούκια, να ακούμε αυτά τα τραγούδια που μας φέρνουν κοντά. Ειδικά σε μια εποχή σαν τη σημερινή. Να πηγαίνεις και να διώχνεις το στρες.
- Πώς ερχόμαστε πιο κοντά;
- Μέσα στην κρίση γεννιέται περισσότερο θέατρο. Περισσότερη τέχνη. Περισσότεροι καλλιτέχνες έρχονται εδώ επειδή όλα είναι πιο προσιτά. Πρόσεξα πως αυτή τη φορά περισσότερος κόσμος βγαίνει έξω, πηγαίνει στα μπουζούκια και υπάρχει λόγος γι'αυτό. Όλα έχουν να κάνουν με την συνεκτικότητα. Την ιδέα μιας γιορτής.
- Και της εμπιστοσύνης. Τι αλλάζει όταν σκηνοθετείτε τον εαυτό σας;
- Στο Trust No One ήθελα να αποδείξω ότι μπορώ να κάνω κάτι σε υψηλό επίπεδο στη βιομηχανία των ταινιών action. Συγκέντρωσα όλα τα χρήματα, έκανα μια καμπάνια crowdfunding, με την βοήθεια των ακόλουθων που έχω στο Twitter, προσέλαβα τους καλύτερους, έκανα την παραγωγή, το storyboard και όλα από την καλή και την ανάποδη. Οπότε όταν βγήκαμε για γύρισμα, τα ήξερα όλα. Γιατί τα είχα προσχεδιάσει.
- Trust No One; Τίτλος ταινίας ή φιλοσοφία ζωής;
- Όχι. Εμπιστεύομαι πολλούς ανθρώπους. Χωρίς να είμαι ανταγωνιστικός. Πάντα με σεβασμό.
- Στο Instagram έχετε μια φωτογραφία του Paul Newman. Και την φράση: «Άνδρας χωρίς εχθρούς είναι άνθρωπος χωρίς προσωπικότητα». Αν επιλέγατε ηθοποιό από την χρυσή εποχή του Χόλιγουντ για να παίξετε μαζί, κι ας μην είναι εν ζωή…
- Θα διάλεγα τον Paul Newman.
- Και ποια γυναίκα θα έπαιζε σε μια ταινία για τη ζωή σας;
- H Julia Roberts, στον ρόλο της μαμάς μου. Πάντα μου έλεγαν ότι της μοιάζω.
- Όταν είχα πάρει συνέντευξη από τον Clint Eastwood μου είχε πει ότι υπάρχει ένας επαναστάτης μέσα του. Tι κρύβεται στην ψυχή σας;
- Υπάρχει μέσα μου η θέληση που χαρακτηρίζει όλους τους Έλληνες. Της φωνής που σου λέει ότι υπάρχει κάτι που δεν μπορείς να το κάνεις, και θα γυρίσεις τον κόσμο ανάποδα μέχρι να βρεις τρόπο να το πετύχεις. Αυτό είναι πολύ ελληνικό.
- Υπάρχει κάτι που δεν θα κάνατε για τις ανάγκες ενός ρόλου;
- Tα έχω κάνει όλα. Έχω αδυνατίσει, έχω παχύνει, έχω ξυρίσει το κεφάλι μου. Δεν υπάρχει κάτι που δεν θα έκανα… Αρκεί να υπήρχε ιστορία.
Τop 10 Man-Codes
Simon says
1. Να είσαι ευγενικός.
2. Πάντα στην ώρα σου.
3. Να ντύνεσαι ανάλογα με την περίσταση. Και να νιώθεις άνετα.
4. Να ξοδεύεις αρκετά χρήματα σε αξεσουάρ.
5. Να ακούς.
6. Να ξεφορτωθείς τις προσδοκίες.
7. Να ακούς περισσότερο.
8. Να μην βρίσκεις δικαιολογίες.
9. Να είσαι ο εαυτός σου.
10. Να κλέβεις χρόνο για να φας ένα υπέροχο γεύμα με κοντινούς φίλους και οικογένεια. Πολύτιμος χρόνος.
* Η συνέντευξη με τον Simon Kassianides δημοσιεύεται στο περιοδικό Mancode, Τεύχος 03, που κυκλοφόρησε με την Καθημερινή, την Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017.
ΜΑΡΙΑ ΑΛΙΦΕΡΗ: «ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΟΠΟΙΟΣ ΝΟΜΙΖΕΙ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ»
Την αγαπώ. Είναι το μόνο που μπορώ να πω μετά τη συνάντηση μας. Μάθημα ζωής. Αποκάλυψη. Εξομολόγηση. Εκείνη ήρθε με πουλόβερ και κοτσίδα σαν κοριτσάκι κι εγώ, με μοβ σακάκι. Χωρίς να έχω σκεφτεί τον Prince και το Purple Rain, απαραίτητα. H Mαρία Αλιφέρη, χρόνια τώρα, τσαλακώνει την εικόνα της, μιλάει με τα μάτια, αντιστέκεται στο ρετούς, μέσα-έξω. Μια γυναίκα που θα μπορούσε να έχει παραμείνει πριγκίπισσα, αλλά έφυγε από το παλάτι για να αποκαλύψει τον Prince που κρύβει μέσα της…
- Σας λέω τραγούδια του Prince και διαλέγετε… Purple Rain. U Got the Look. Breakfast Can Wait. 1999. Pink Cashmere. My Name is Prince. My name is Maria;
- Purple Rain. Moβ βροχή.
- Γατί επιλέγετε το μοβ σαν χρώμα;
- Mou πάνε οι δονήσεις του μοβ χρώματος. Τα χρώματα είναι διαφορετικές δονήσεις. Το μοβ με συγκινεί. Μου κάνει υπαρξιακό χρώμα.
- Πώς μεταμορφώνεται κανείς σε άνδρα;
- Όλες οι γυναίκες κρύβουμε έναν άνδρα μέσα μας, κι αντίστοιχα όλοι οι άνδρες. Το θέμα δεν είναι αν θα μεταμορφωθείς, είναι να αναπτύξεις την ανδρική σου πλευρά. Τότε έρχεται η εσωτερική ισορροπία. Και δεν την πληρώνει κάποιος άνδρας ή γυναίκα… Γιατί αν αναπτυχθούν οι ιδιότητες και των δύο φύλων, ψυχικοπνευματικά εννοώ, τότε ολοκληρώνεται ένας άνθρωπος. Αναγνωρίζεις το άλλο φύλο, και το εκτιμάς.
- Και στην φωτογράφηση; O ρόλος ποιος ήταν;
- Ο κυριότερος ρόλος ήταν η εμπιστοσύνη μου στον φωτογράφο, Τάσο Βρεττό. Αν και έχω κάνει πολλές φωτογραφήσεις, δεν είχα ποτέ φωτογραφηθεί σαν άνδρας. Το ευχαριστήθηκα αλλά ζορίστηκα κιόλας. Ενώ τόσα χρόνια δεν καταλαβαίνω αν είναι ο φακός μπροστά ή όχι. Αλλά φορώντας το ανδρικό ρούχο, και μη χαμογελώντας ως συνήθως, ειλικρινά το σώμα μου ένιωσε περίεργα. Για να στηθώ ανδρικά, να είναι το ύφος ανάλογο, και μου άρεσε η πρόκληση πολύ.
- Πόσο τσαλακώνετε την εικόνα σας; Tώρα. Και τότε;
- Όρεξη να'χεις. Όσο θέλεις. Το καλύτερο μου. Επειδή πάρα πολύ νωρίς, έγινα ως προς τον κόσμο μια εικόνα, εγώ παράλληλα, είτε θεατρικά, είτε όπου αλλού μπορούσα, τσαλακωνόμουνα στα άκρα. Δηλαδή, έχω υποδυθεί πόρνες, αλκοολικές, γριές, από πολύ νέα, γιατί το είχα μέσα μου σαν διάθεση, να σκαλίζω όλα τα κομμάτια του ψυχισμού μου. Αυτή είναι η δουλειά μας. Πρώτα για την ψυχή μου και μετά γιατί ήταν τόσο ισχυρή η εξωτερική εικόνα μου που θα γινόταν κλουβί αν παρέμενα εκεί. Κι έτσι πολύ νωρίς, και κυρίως θεατρικά, έχω επιδιώξει να κάνω ακραία πράγματα. Ηλικιακά, ψυχικά, ρόλους. Μου αρέσει πάρα πολύ να τσαλακώνομαι.
- Δεν βρεθήκατε μέσα στο κλουβί σε καμία στιγμή της ζωής σας;
- Kαμία γιατί είμαι έτσι από μέσα. Αν με ρωτήσεις από παιδί, αλλά και σήμερα που είμαι από την άλλη πλευρά του λόφου πλέον και έχω εμπειρίες, ποιο είναι το μεγαλύτερο δικαίωμα του ανθρώπου, θα σου πω η ελευθερία. Ένας άνθρωπος ελεύθερος δεν μπορεί να είναι κακός, ζηλόφθονος, προβληματικός… Οι αλυσίδες που βάζουμε στον εαυτό μας, μας κάνουν να βγάζουμε αρνητικά στοιχεία. Και όταν προσπάθησαν να μου φορεθούν, λόγω επαγγέλματος, ήμουν η πρώτη που έβγαλα τις χειροπέδες.
- Ο Prince και η Princess. Σας προσφέρθηκε ποτέ η τιάρα, το γοβάκι, η χρυσή άμαξα και όλο το παραμύθι; Υπήρχε καλή νεράιδα; Kακιά μητριά;
- Υπήρχαν απ’ όλα. Θα έλεγα ψέματα αν έλεγα διαφορετικά. Από την άλλη ενώ μπαίνω στο παραμύθι, γιατί αυτοί είναι οι ρόλοι μου, παράλληλα υπάρχει η Μαρία που εποπτεύει και δεν συνυπάρχει με όλα αυτά. Είναι θέμα ελευθερίας, αυτοδιάθεσης.
- Δεν κλείνεται στο παλάτι η πριγκίπισσα…
- Με τίποτα. Ούτε γοβάκια χάνει για να τα βρούνε, ούτε τίποτα.
- Αμακιγιάριστη. Αρετουσάριστη. Πάντα χαμογελαστή. Δείχνετε πειθαρχημένη. Πόσο νάρκισσος είστε; Ματαιόδοξη;
- Θα με πιστέψεις αν σου πω καθόλου; To στοιχειώδες που μπορεί να έχει μια γυναίκα, και όσο μεγαλώνω με απασχολεί όλο και λιγότερο. Ίσως σε μια νεαρότερη ηλικία, λιγάκι. Δεν υπήρξα νάρκισσος ποτέ μου. Ίσως να κορέστηκε μέσα μου το κομμάτι της αγάπης. Και να μην έχω ανάγκη όλα τα άλλα.
- Νιώθετε πρωταγωνίστρια της ζωής σας; Πόσο ελέγχετε την εικόνα σας;
- Το ζητούμενο για μένα είναι, επειδή ήμουνα πολύ κλειστό από παιδί, σκεπτόμενο, με πολλά ερωτήματα, να βρω απαντήσεις.
- Δημοσιογράφος έπρεπε να γίνετε…
- Πιθανότατα. Εγώ λέω ή δημοσιογράφος, ή ψυχίατρος. Μου άρεσε να σκαλίζω την ψυχή. Το ζητούμενο ήταν αυτό που είμαι απέξω, να είμαι και από μέσα. Ήθελα να είναι ευθύς ο λόγος μου. Και το κατάφερα. Οπότε η εικόνα μου, και πως φαίνεται, μου είναι αδιάφορη. Αν θέλουν ας με αγαπήσουν, ας με συμπαθήσουν, κι ας μην με συμπαθήσουν γι'αυτό που είμαι. Δεν θα την θυσίαζα την ελευθερία για τίποτα. Δεν ήθελα να είμαι διχασμένη. Είμαστε άλλοι και κυκλοφορούμε σαν άλλοι. Εμένα πάρα το γεγονός ότι η δουλειά μου είναι παγίδα, δεν μπήκα σε αυτήν, γιατί δεν ήθελα. Η ανάγκη του αυτοσεβασμού ήταν πάντα μεγαλύτερη.
- Τα πηγαίνετε καλύτερα με τους άνδρες ή τις γυναίκες;
- Με όλους. Με τους γέροντες, τον ψαρά, τον τεχνίτη, τον τεχνικό στη δουλειά μου… Δεν μετράω τους ανθρώπους ούτε με τα παράσημα τους, ούτε με τις περγαμηνές. Όλα αυτά έρχονται και παρέρχονται. Ο άνθρωπος μένει. Ό,τι αξίωμα, μου είναι αδιάφορο. Με τους άνδρες έχω άλλο διάλογο και με τις γυναίκες άλλο. Μου αρέσει ο άνθρωπος. Όχι ποιος είναι. Και το συνάντησα πολύ νωρίς στη δουλειά μου, ανθρώπους που ενδιαφερόντουσαν μόνο για τα παράσημα, και είπα πως δεν θα γίνω ποτέ έτσι. Θέλει αγώνα.
- Δεν είχατε αυλή; Στο παλάτι;
- Tην σιχαίνομαι την αυλή. Δεν μπορώ να βρω άλλο ρήμα. Πρώτα απ'όλα σε αποκοιμίζει η αυλή, σε ξεγελάει, δεν μου αρέσουν οι κολακείες. Με ενδιαφέρει ο άνθρωπος.
- «Σας αγαπώ»; Σλόγκαν ζωής. Ποιούς αγαπούσατε τότε; Kαι ποιους αγαπάτε τώρα; Ποιους δεν αγαπούσατε και δεν αγαπάτε;
- Επειδή καταλαβαίνω τον πόνο και τον αγώνα οποιουδήποτε ανθρώπου, γιατί ξέρω τον δικό μου και πόσο έχω παλέψει, δεν μισώ ανθρώπους, μισώ καταστάσεις. Τον ίδιο τον άνθρωπο τον καταλαβαίνω. Με ενδιαφέρει ο άνθρωπος σαν ουσία, κι όχι όλο το περιτύλιγμα. Διαισθάνομαι τον άλλον, άρα αφού κατανοώ τους λόγους που το κάνει, δεν μπορείς να τον μισήσω. Όλοι έχουμε λόγους. Για μένα και ο δολοφόνος έχει τις αιτίες του. Διαφωνώ με την πράξη, όχι με τον άνθρωπο. Τον κατανοώ και τον αγαπώ. Τους αγαπώ επειδή τους καταλαβαίνω. Όχι γενικά και χαζοχαρούμενα… Θέλω να μπαίνω στο ασυνείδητο του άλλου. Καταλαβαίνεις ότι το φορτίο του είναι μεγαλύτερο από την αντοχή του.
- Tι σκεφτήκατε την πρώτη φορά που είπατε «Σας Αγαπώ» στην κάμερα;
- Αυτή ήταν η ανάγκη μου, γι'αυτό έγινα ηθοποιός. Ήθελα να εκφραστώ, κι επειδή η αγάπη ήρθε πολύ γρήγορα, σαν κύμα, απευθείας από τον κόσμο, ήθελα να την επιστρέψω. Και κάποιο βράδυ, σε μια εκπομπή, αυθόρμητα, είπα «Σας αγαπώ». Τόσο απλά. Την επόμενη μέρα ο κόσμος πήρε το μήνυμα κι αυτό ήταν. Τώρα πια, μετά από τόσο δρόμο και εμπειρίες, η ουσία παραμένει η αγάπη. Κι ένας ελεύθερος άνθρωπος είναι αυτός που μπορεί να αγαπήσει πραγματικά. Γιατί κέρδισα με αίμα πολλές φορές την ελευθερία.
- Αν έπαιζαν «Τα Τετράγωνα των Αστέρων» σήμερα… Με social media. Kαι selfies. Αντιδράσεις και συναισθήματα; Τότε χιλιάδες γράμματα. Και σήμερα;
- Δεν ξέρω. Αλλά τότε δεν μπορούσα να μην απαντήσω. Δεν είμαι ο καλλιτέχνης που επειδή με έβαλαν στην κορυφή κάποια στιγμή, φορούσα γυαλιά για να μην με αναγνωρίσουν. Και στο θέατρο πάντα έβλεπα τον κόσμο, και αυτόγραφα έδινα, και αλληλογραφία κρατούσα…
- Έχω την εικόνα… Προτάσεις, βέρες, αγκαλιές, φιλιά…
- Δεν μπορώ να το στερήσω από τον κόσμο αυτό. Αυτό δεν ήθελα; Την επικοινωνία. Είχα πάρα πολλή αγάπη. Δεν με ενόχλησε ποτέ αυτό.
- Είχατε ακραίες αντιδράσεις θαυμασμού;
- Mπορεί τα γράμματα να ήταν από φυλακές, από οπουδήποτε, κι εγώ ένα κοριτσόπουλο μέσα στη μεγάλη τηλεοπτική έκρηξη, κι όμως δεν είχα ενοχλητικές προσεγγίσεις. Περισσότερο μαμαδίστικα με ρωτούσαν, παρά ενοχλητικά. Δεν ένιωσα χυδαιότητα.
- Κινηματογράφος, τηλεόραση, θέατρο. Ο ρόλος της ζωή σας; Ο πιο κοντινός στον χαρακτήρα σας;
- Θέατρο πολύ, απλώς η τηλεόραση ήταν πάρα πολύ έντονη. Ενώ το θέατρο ήταν παράλληλα πάντα. Αγαπάω όλες τις εκφάνσεις της δουλειάς μου, δεν σνομπάρω καμία. Είναι παράθυρα που μπορώ να εκφραστώ. Εκτιμώ την τηλεόραση ιδιαίτερα, όπως και το ραδιόφωνο… Δεν χρησιμοποίησα κανένα μέσο ναρκισιστικά. Κι αυτό με φύλαξε από τα καλάμια. Πάντα νιώθω ευθύνη.
- Κινηματογράφος, τηλεόραση, θέατρο. Ο ρόλος της ζωή σας; Ο πιο κοντινός στον χαρακτήρα σας;
- Γιατί, τι είναι η ζωή; Δεν είναι ένας διαρκής σταυρός; Και οδεύουμε σε μια ανηφόρα. Απλώς το βλέπεις σαν εξέλιξη σου. Αν το δεις σαν άσκηση για να πας παρακάτω, να ανακαλύψεις κι άλλα πράγματα, να δυναμώσεις κι άλλο, να εξελιχτείς, τότε η ζωή γίνεται παιχνίδι. Με σταυρό. Ιερό παιχνίδι. Διαλέγεις λοιπόν. Ή γκρινιάζεις ή πολεμάς.
- Πολεμίστρια τότε. Ένας ρόλος ζωής;
- Στην Τρισεύγενη του Κωστή Παλαμά βρίσκω κομμάτια. Ένα πλάσμα ελεύθερο σε μια καταπιεστική εποχή για την γυναίκα. Εκεί βρήκα ένα μεγάλο κομμάτι, όπως και σε πολλούς ρόλους. Σε άλλους, τίποτα. Άλλη πρόκληση εκεί. Γιατί είμαστε όλα. Αυτό είναι το καλό της δουλειάς μας. Με έναν ρόλο που δεν έχεις κοινά, σκάβεις πιο βαθειά και ανασύρεις πράγματα που δεν ξέρεις για τον εαυτό σου κι έτσι προχωράει η αυτογνωσία. Για μένα το θέατρο είναι δρόμος αυτογνωσίας, προσφοράς, επικοινωνίας, συνδιαλλαγής.
- Έχετε ψάξει πολύ μέσα σας. Υπάρχει κι άλλο περιθώριο αυτογνωσίας;
- Δεν τελειώνει αυτό. Τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω το Εν Οίδα ότι Ουδέν Οίδα. Όταν πηγαίνεις σε πιο μέσα χωράφια, καταλαβαίνεις την άγνοια σου. Πώς να γίνεις λοιπόν νάρκισσος; Eγωκεντρικός; Νάρκισσος γίνεται αυτός που δεν έχει πάει πιο μέσα, νομίζει ότι είναι το κέντρο του κόσμου. Όταν πας βαθειά στον εαυτό σου, άρα και στους άλλους, η ζωή είναι μυστήριο. Και οι άνθρωποι. Τότε καταλαβαίνεις πόσα δεν ξέρεις. Όταν είσαι νέος νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα. Μεγαλώνοντας, ο τροχός γυρίζει, και βλέπεις το ιερό παιχνίδι.
- Tο game over ποιος το ορίζει;
- Η ζωή. Εμείς μπορούμε να κερδίσουμε κάποιους καλούς βηματισμούς. Από τον δρόμο της αυτογνωσίας, κερδίζεις κάποια βήματα ανθρώπινης δικαίωσης. Το τελικό είναι έξω από εμάς. Μπορούμε να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε, χωρίς ενοχές και μαστιγώματα. Σκηνοθετούμε αυτό το κομμάτι που γνωρίζουμε. Αλλά υπάρχει ένα σύμπαν που δεν το γνωρίζουμε καθόλου. Γι’αυτό που συμβαίνει, νιώθω βαθειά εμπιστοσύνη. Σύμπαν, Θεό, Φύση, πες το όπως θες. Εγώ ξέρω ότι είναι ιερό, δίκαιο και το εμπιστεύομαι. Κάνω το καλύτερο που μπορώ.
- «Κάνε ό,τι κάνω.» Τι κάνετε που θα θέλατε να το κάνουμε κι εμείς;
- Θα ήθελα να είμαστε όλοι ο εαυτός μας. Αυτή είναι η κατάρα μας. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία από το να βρεις τι είσαι σαν άνθρωπος. Τι θέλεις. Όχι τι σου έμαθαν, τι σου φόρεσαν, τι σου υπέδειξαν. Όλα πρέπει να ξεσκαρτάρονται. Να πετάς μπάζα. Να μην υποτάσσεσαι τυφλά γιατί γεννιόμαστε με ρόλους. Κρατάω, πετάω. Το θέλω, δεν το θέλω. Να είμαστε ο εαυτός μας. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απελευθέρωση. Εμείς πρέπει να πετάξουμε τις αλυσίδες. Εκδηλώνοντας αυτό το ιδιαίτερο που έχουμε. Δεν κλωτσάς για να γκρεμίσεις αλλά γιατί έχεις κάτι καλύτερο να βάλεις στη θέση του.
- Και σε μία σχέση; Περιμένω ή γκρεμίζω;
- Καμία μου σχέση δεν χάλασε γιατί επειδή βρήκα κάποιον άλλο. Χάλασε επειδή δεν είχαμε μια παραλληλότητα.
- Στις συνεντεύξεις σας μιλούν για το ζεϊμπέκικο της Μαρίας Αλιφέρη, πόσο απεχθάνεστε την αχαριστία, για έναν γάμο στα 80 σας, την ετικέτα της ωραίας, την αντίδραση σας στην πολιτική, τα λίφτινγκ και τα μπότοξ, το ατύχημα με το αυτοκίνητο… Μύθοι, αλήθειες, ψέματα, υπερβολές. Υπάρχει κάτι που φοβάστε;
- Φοβάμαι τον εαυτό μου και τον Θεό. Δεν χρεώνω στους άλλους κάτι κακό που μου συμβαίνει. Φοβάμαι τον εαυτό μου να μην κάνει την …πατάτα. Και τον Θεό. Αυτά τα δύο. Με ζορίζουν πράγματα, αλλά δεν τα φοβάμαι.
- Ταχύτητα, κατσαρίδες, ύψος, αράχνες, τίποτα;
- Ηδονίζομαι από όλα αυτά. Mόνο μια φορά ένιωσα πανικό, μετά το ατύχημα. Έπαθε το σώμα μου σοκ, όταν μπήκα να ξαναοδηγήσω. Δεν είναι ότι δεν φοβάμαι. Φοβάμαι αλλά το ελέγχω. Παίρνω τον φόβο και τον διαχειρίζομαι. Ζήτησα να μην είναι κανένας από τους αγαπημένους μου φίλους. Ήθελα να το αντιμετωπίσω μόνη μου. Ήταν από τις δυσκολότερες στιγμές της ζωής μου. Ήξερα όμως τις ρίζες του πανικού. Έτρεμα, ίδρωνα… Άμα ξέρεις, βοηθάς. Εχθρός μας είναι η άγνοια. Ξέροντας το, είχα την δύναμη να το παλέψω. Αναμετρήθηκα με τον εαυτό μου, έψαξα πιο κάτω. Η ζωή είναι ευκαιρία για να ψάξουμε πιο μέσα μας. Είναι οδυνηρό, αλλά αξίζει. Ελευθερώνεσαι. Πετάς φόβους, τις δικές σου αλυσίδες.
- To μόττο της ζωής σας;
- Αγάπη. Τώρα ξέρω γιατί είπα σας αγαπώ σαν κοριτσόπουλο και τελείως αυθόρμητα. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος να αντιμετωπίσεις τους ανθρώπους, τις συνθήκες, τον εαυτό σου. Αγάπη είναι κι όταν κάποιος ρίχνει χλωρίνη στο πρόσωπο της γυναίκας του. Αγάπη είναι κι αυτό, το έξω του κρεμμυδιού. Δεν εννοώ την απλοϊκή, ξώφαλτση αγάπη. Η αγάπη που λέω εγώ είναι το κλειδί. Τώρα το λέω και εμπειρικά.
- Τι σας δυσκόλεψε περισσότερο; Το «Σας Αγαπώ» ή το «Σ'Αγαπώ»; Να το πείτε και να το νιώσετε;
- Είναι άλλη κλίμακα. Δύσκολο μπορεί να είναι κι αυτό στο ευρύ κοινό, να το μεταδώσεις στους πολλούς. Η σχέση είναι το δυσκολότερο. Ούτε η δουλειά μας, ούτε τίποτε άλλο. Να καταφέρουν δυο άνθρωποι από την Ανατολή και τη Δύση να ανοίξουν τις ψυχές τους, να εμπιστευτούν μετά, να συμπορευτούν. Τον εαυτό σου μπορείς να τον χειριστείς. Τον άλλον; Πρέπει να θέλει κι ο άλλος. Ξέρεις πόσο σπάνιο είναι αυτό; Είναι δύσκολο πράγμα οι σχέσεις. Δεν εννοώ αυτές που κυκλοφορούν. Ούτε δεκανίκια, ούτε τίποτα.
- H καλύτερη και χειρότερη κριτική που ακούσατε ή διαβάσατε;
- Είχα και έχω από όλα. Και από την κακία, κάτι θα μάθεις. Έχω ακούσει και ύμνους και αρνητικά. Όλα τα είδα σαν δασκάλους και όχι σαν καταπιεστές. Είχαν κάτι να με διδάξουν. Και η ίδια η αδικία είχε κάτι να με διδάξει. Αφού δεν με γονάτισε, με έκανε καλύτερη.
- Αν ξεκινούσατε σήμερα την καριέρα σας, τι θα αλλάζατε στη διαδρομή;
- Το δεν μετανιώνω είναι λιγάκι ξώφαλτσο. Έχω κάνει λάθη. Με τη σημερινή ματιά, άπειρα. Το ένα πίσω από το άλλο. Τότε νόμιζα ότι αυτό ήταν το σωστό. Μακάρι να ήταν άλλες συνθήκες αλλά μπορεί να ήμουνα και ζόμπι, ξέρω γω; Όλα είναι βιωμένα στην ψυχή μου. Έτσι ζω. Κι είναι κερδισμένα από τον τρόπο που περπατάω. Και ξανατρώω χώμα, ξαναμαθαίνω και ξανασηκώνομαι. Ίσως να τα διαχειρίζομαι διαφορετικά. Ένας σοφός φίλος μου είχε πει στο ξεκίνημα: «Μαρία, να προσπαθήσεις να γίνεις σαν το πολεμικό άτι.» Το άλογο που δεν είναι γυμνασμένο στη μάχη, πέφτει και κάνει μια ώρα να ξανασηκωθεί. Το πολεμικό άτι, πέφτει στη μάχη και σε μηδέν χρόνο, ξανασηκώνεται. Αυτό κέρδισα στη ζωή. Όχι να μην πέφτω. Μέχρι θανάτου θα συνεχίσω να πέφτω. Η διαφορά είναι ότι τώρα πετάγομαι γρήγορα. Αυτό κέρδισα. Να μην μένω ακίνητη κάτω και να σπαρταράω. Πέφτω αλλά σηκώνομαι γρηγορότερα από παλιά. Με τόση μάχη…
- Πώς νιώθετε όταν σας αναγνωρίζουν; Κι όταν δεν σας αναγνωρίζουν;
- Το ίδιο. Πολύ όμορφα όταν με αναγνωρίζουν κι όταν δεν με αναγνωρίζουν, το ίδιο. Δεν άλλαξε κάτι. Και τότε που με αναγνώριζε το σύμπαν. Και στη λαϊκή που πήγαινα και πηγαίνω ακόμη, οι αντιδράσεις είναι ίδιες.
- Σας τα χάριζαν όλα;
- Kαι τώρα μου τα χαρίζουν. Είναι απίστευτο. Δεν μπορώ να πάω στη λαϊκή γιατί μου τα χαρίζουν όλα και ντρέπομαι. Μετά δεν μπορείς να τους κόψεις τη χαρά, κι έχεις δίλημμα. Δεν άλλαξε τίποτα στη ζωή μου, ούτε στα μεγάλα φώτα της τηλεόρασης. Ό,τι έκανα, κάνω.
- Η τελευταία ταινία που είδατε στο σινεμά… Ένα βιβλίο. Μια παράσταση.
- Η τελευταία παράσταση που είδα. Παπαβασιλείου σστο Θέατρο Τέχνης στη Φρυνίχου. Ένα έργο που έχει γράψει και σκηνοθετήσει ο ίδιος. Με μάγεψε. Θησαυρός ο Παπαβασιλείου για τον πολιτισμό μας, αλλά η Ελλαδίτσα μας δεν ξέρει να αναδείξει τους θησαυρούς της…
- Αν γράφατε την αυτοβιογραφία σας, τι τίτλο θα βάζατε; Θα ήταν ένας μονόλογος στο θέατρο;
- Ετοιμάζω έναν μονόλογο, γραμμένο κατά παραγγελία, παράλληλα με τις πρόβες που κάνω τώρα. Είναι ο βαθύτερος μου ρόλος. Το ζήτησα να γραφτεί, βασισμένο σε πρόσωπο «υπαρκτό». Είναι η ψυχή μου ολόκληρη. Το χαρακτηριστικότερο μου κομμάτι, ο ψυχισμός μου. Για τον χειμώνα που έρχεται, γιατί τώρα κάνω πρόβες, την Σονάτα του Ρίτσου σε ένα τελείως επικίνδυνο τόλμημα. Έχει ανέβει δεκάδες φορές, και από άνδρα ακόμη, πάντα σαν μονόλογος, και η θεατρολόγος Άννα Ματθαίου το δραματοποιεί και το κάνει θέατρο, και ο Θάνος Σιδεράς το σκηνοθετεί, προσθέτοντας και άλλα πρόσωπα. Είναι επικίνδυνο και τρέμει η ψυχή μου. Είναι ιεροσυλία να μπεις στον Ρίτσο και να προσθέσεις λόγο και να το δραματοποιήσεις. Αλλά ελπίζω να είναι μια πρόταση, και όχι θράσος, ασέβεια. Σέβομαι τον πολιτισμό μας, τους θησαυρούς, τους φάρους μας, για να μην μας καταβροχθίζει η καθημερινότητα, να έχουμε φως.
- Ο τίτλος θα ήταν Σας Αγαπώ;
- Θα μπορούσε να είναι αν δεν ήταν έτσι στιγματισμένο το «Σας Αγαπώ». Η αγάπη που είναι η καρδιά του κρεμμυδιού και όχι τα φυλλαράκια...
* Η συνέντευξη με την Μαρία Αλιφέρη δημοσιεύεται στο περιοδικό Mancode, τεύχος 03, που κυκλοφορεί την Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017, με την εφημερίδα Καθημερινή.
Γιαννης Μπουρνιας: «Αυτο που κυνηγαω ειναι το φως»
Πράσινες, φυσικές, γεωμετρικές αντανακλάσεις. Ένα σπίτι και πρώην βενζινάδικο μαζί. Ένα άλογο πίσω από τα κάγκελα. Κολάζ από φύλλα. Μία σκάλα σε σχήμα σαλιγκαριού. Ένας ζωντανός κύλινδρος από σκαλοπάτια. Νύχτα σε κάποιο γήπεδο. Λεπτομέρειες από την κλειδαρότρυπα. Καμένες αναμνήσεις. Μπλε φως. Χαρτιά. Ερείπια. Ελπίδες. Σκιές. Ταράτσα με θέα σε νέον. Σήκωσε τα κόκκινα χαλιά. Μια αποβάθρα. Γαλάζιοι αντικατοπτρισμοί. Στο βάθος …κήπος. Εικόνες με θέα σε ένα ανθισμένο μπάνιο. Ενας κακοφωτισμένος, έρημος δρόμος. Ο πανοραμικός τοίχος ενός σπιτιού και καλώδια σαν αρτηρίες. Μια γέφυρα στο σκοτάδι. Τριάντα μεγάλα έργα. 30 στιγμές. 30 καρέ.
Τον Γιάννη Μπουρνιά τον γνώριζα μέχρι σήμερα από τα καθαρά still-life και τις ιστορίες που έστηνε κάθε τόσο στα περιοδικά, χωρίς επιτήδευση και στυλιζάρισμα, κυρίως με ακρίβεια και ειλικρίνεια. Και όταν φιλοξένησε τη δουλειά του στο Φεστιβάλ Αθηνών, δεν μπήκε ούτε για μια στιγμή στον πειρασμό να ενδώσει στο ρετούς ή την ψευδή εικόνα. Η έκθεση με τίτλο «Still (s)» στο γκαράζ του Χώρου Δ στην Πειραιώς 260, δεν έγινε απλώς για να αιχμαλωτίσει μια στιγμή, ούτε για να ακινητοποιήσει τον χρόνο.
Ο Γιάννης Μπουρνιάς θέλησε να ανατρέψει κάτι δεδομένο, δημιουργώντας την αίσθηση του χρόνου που ρέει. Όπως εξηγεί και ο ίδιος « το τελικό S είναι σε παρένθεση γιατί κάνω ένα παιχνίδι με τις λέξεις. Still(s) σημαίνει στιγμιότυπo, still σημαίνει και ήσυχος, ακίνητος… Μια ευθεία γραμμή γίνεται κύκλος, ένας τοίχος κινείται, ο διάδρομος στον επάνω όροφο αλλάζει χρώμα, και μια σκάλα βουτάει στο κενό», λέει. Στους κανόνες του παιχνιδιού, όπως τους θέτει ο καλλιτέχνης, η ανθρώπινη παρουσία υπονοείται. Ο Γιάννης Μπουρνιάς ξεκινά την αφήγηση του από την απουσία, εστιάζει τον φακό του στην ενέργεια που αφήνουμε στα αντικείμενα. Αντικείμενα «καθημερινής χρήσης». Πρωταγωνιστούν η σιωπή και η αφαίρεση. Η πραγματικότητα, ο ρεαλισμός και η φαντασία. Φως και σκιά. Ονειρικές αντιφάσεις και αναιρέσεις. Η αστική αρχιτεκτονική, η τάξη και η «α-ταξία». Κυρίως η μυστική γλώσσα των πραγμάτων. Σαν στιγμιότυπα από φιλμ. Μαζί με αμοντάριστα πλάνα.
«Σκηνοθέτης» ένας φωτογράφος που δεν προκαλεί τα φώτα, τα στήνει και τα σβήνει όταν τον κουράζουν. Κάπως έτσι ξεκίνησε και η συνέντευξη μας… Αναρωτιέμαι τι σχέση μπορεί να έχει η φωτογραφία με το θέατρο, τη μουσική και ποιο είναι το κοινό της στην Ελλάδα. «Εκ πρώτης όψεως η φωτογραφία δεν έχει καμία σχέση με το θέατρο ή τη μουσική. Είναι μια σημαντική μορφή έκφρασης και επικοινωνίας. Δυστυχώς το κοινό στην Ελλάδα είναι ακόμα μικρό και σε μεγάλο ποσοστό συντηρητικό, με προτίμηση στην παραδοσιακή, ασπρόμαυρη φωτογραφία. Δεν κατηγορώ τους λάτρεις της ασπρόμαυρης φωτογραφίας, φοβάμαι όμως ότι τα ασπρόμαυρα αριστουργήματα έχουν παρέλθει και αν μη τι άλλο δεν έχουν γίνει από Έλληνες φωτογράφους –πλην ελαχίστων σημαντικών εξαιρέσεων. Στην Ελλάδα επικρατούσε μέχρι πρότινος η αντίληψη ότι η φωτογραφία είναι μεταπρατική τέχνη. Ευτυχώς αυτό αρχίζει σιγά σιγά και αλλάζει».
Τι κοινό μπορεί να έχει όμως η φωτογράφηση για ένα περιοδικό και το στήσιμο μιας έκθεσης… «Τα περιοδικά και η τέχνη δεν είναι συγκρίσιμα μεγέθη. Το ένα δεν έχει καμία σχέση με το άλλο. Επίσης το ένα δεν συμπληρώνει το άλλο. Πολλές φορές η μόδα επηρεάζεται από την τέχνη αλλά το αντίθετο δεν γίνεται ποτέ.»
Υπάρχει σενάριο πίσω από τις φωτογραφίες του Still(s); Ενας αόρατος συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις εικόνες; «΄Οχι δεν υπάρχει σενάριο. Υπάρχει αφήγηση αλλά χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Ο θεατής καλείται να δημιουργήσει το δικό του σενάριο. Οι φωτογραφίες θυμίζουν κινηματογραφικά καρέ γιατί λατρεύω τον κινηματογράφο. έχω επηρεαστεί από αγαπημένους μου σκηνοθέτες. Ο τρόπος να κοιτάς τα αντικείμενα δημιουργώντας ιστορίες με αυτά είναι και το μόνο κοινό που έχουν οι φωτογραφίες μου μεταξύ τους. Είναι η ίδια ατμόσφαιρα που τα συνδέει. Τίποτε άλλο. »
Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τον χώρο (και τον χρόνο) στις εικόνες που έχει δημιουργήσει ο Γιάννης Μπουρνιάς. «Δεν ήθελα οι φωτογραφίες μου να έχουν χώρο και χρόνο. Ποτέ δεν με ενδιέφερε. Πιστεύω πως όταν κάτι είναι χρονικά και τοπικά προσδιορισμένο χάνει ένα μεγάλο μέρος της γοητείας του και κινδυνεύει να γίνει απλή αναπαράσταση, δηλαδή μεταπρατική τέχνη».
Ο Γιάννης Μπουρνιάς φωτογράφησε κυρίως στην Αθήνα και λίγο στο Λονδίνο. Χωρίς τρελή επεξεργασία μετά. «Οι φωτογραφίες μου δεν είναι καθόλου ρετουσαρισμένες. Γεννήθηκαν – τραβήχτηκαν -αν θέλετε- σε «στιγμές φωτός», γιατί αυτό που κυνηγάω είναι το φως. Πρόκειται για «προϊόντα» παρορμητικά και τυχαία. Αντίθετα με την εμπορική φωτογραφία που απαιτεί άλλες εφαρμογές και το ρετούς εκεί είναι πολύ συχνά απαραίτητο, αλλά χρειάζεται μέτρο.»
Marios Schwab: «Επιρροη ειναι ο κοκκος της αμμου που χτιζει μια περλα γυρω της»
Ο Marios Schwab έχει για έναν ανεξήγητο λόγο το γκελ ενός αυθεντικού σταρ της μόδας. Όταν τον συναντάς από κοντά θέλεις να γίνει ο καλύτερος σου φίλος. Έχει χιούμορ, είναι χαμηλών τόνων, εξαιρετικά συμπαθής, σα να τον γνωρίζεις χρόνια. Κι όταν ύστερα τον βλέπεις στις φωτογραφίες, στα αφιερώματα που στήνονται σε βρετανικές, ιταλικές, αμερικάνικες βίβλους της μόδας, γίνεται σχεδόν αγνώριστος.
Ο Ελληνοαυστριακός σχεδιαστής μόδας που πρωτοσυστήθηκε με την προσωπική του επωνυμία για να αναλάβει στο παρελθόν και την καλλιτεχνική διεύθυνση ενός ιστορικού, αμερικανικού οίκου, του Halston. Ένας Έλληνας που σκηνοθετεί ιστορίες με ταυτότητα, συναγωνίζεται designers της γενιάς του, φτιάχνει κάθε σεζόν μια μικρή, καθόλου φλύαρη ιστορία, που δεν έχει ανάγκη από υπότιτλους, ούτε καν υπέρτιτλους. Έτσι είναι η παγκόσμια μόδα. Μεταφράζεται από την πασαρέλα στην γκαρνταρόμπα χωρίς βοηθήματα. Όταν φορέσετε κάτι δικό του, θα καταλάβετε ότι κάτι αλλάζει. Η προσφορά στο όνομα καταρχήν. Marios Schwab κυρίες και κύριοι. Ή The Talented Mr Schwab...
- Με ποιους τρόπους μπορεί κανείς να μαντέψει ποιο είναι το σημείο αναφοράς, η έμπνευση, η κληρονομιά, σε κάθε συλλογή;
- Κάθε κολεξιόν δημιουργείται με μια συγκεκριμένη ιδέα στο μυαλό: αυτήν την σεζόν ήταν οι δικές μου ημέρες του σχολείου, η προηγούμενη ήταν τα μαθηματικά και οι Ελληνίδες Θεές, παρολ'αυτά προσπαθώ να αποφεύγω να κάνω οποιαδήποτε επιρροή να μοιάζει πολύ κυριολεκτική. Μια επιρροή πρέπει να είναι σαν ο κόκκος της άμμου που μια πέρλα χτίζει τριγύρω της και όχι απλώς κάτι για να το αντιγράφω με καρμπόν. Ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα είναι πως όποια κι αν είναι η πηγή έμπνευσης για την συλλογή τα ρούχα θα πρέπει να μιλούν από μόνα τους.
- Ποια συλλογή σας θεωρείτε την πιο χαρακτηριστική της δουλειάς σας μέχρι σήμερα;
- Mε κάθε σεζόν η έμφαση στην αισθητική του ντιζάιν μου δυναμώνει ελαφρώς, κάνοντας την κάθε συλλογή πιο ιδιοσυγκρατική από την τελευταία έτσι ώστε να μην μένω αδρανής τόσο νωρίς στην καριέρα μου.
- Με την συνεργασία σας με την Ιλεάνα Μακρή, ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να περάσετε στις γυναίκες που φορούν τα ρούχα σας; Είναι αυτή μια υπόνοια για το υπόλοιπο στάιλινγκ;
- Το να δουλεύω με την Ιλεάνα αποτελεί πάντα απόλαυση για μένα: πάντα σπρώχνουμε ο ένας τον άλλον για να εξερευνήσουμε νέες λεωφόρους και να δίνουμε σε κάθε κολεξιόν μια βαθύτερη έννοια. Εκείνη και εγώ βρισκόμαστε πάντα στην ίδια σελίδα στυλιστικά και πιστεύουμε και οι δυο μας ότι το γυναικείο ντύσιμο θα έπρεπε να είναι ένα μέσο ενδυνάμωσης. Αν και δεν θέλω να υπαγορεύω πως πρέπει να νιώθει μια γυναίκα μέσα στα ρούχα μου, καθώς εκείνη που φοράει τα ρούχα διαμορφώνει η ίδια την εικόνα της, νιώθω ότι η συνεργασία ανάμεσα στην Ιλεάνα και μένα έχει την τάση να προσθέτει μια ακραία άποψη σε ένα ρούχο.
- Ονειρευόσασταν ποτέ να γίνετε σούπερσταρ της μόδας; Ή να συνεργαστείτε στο ίδιο στούντιο με την Sarah Jessica Parker;
- Ο όρος «σούπερσταρ της μόδας» με κάνει επιφυλακτικό: είναι πολύ κολακευτικό να έχεις αυτού του είδους την αναγνώριση αλλά τα ρούχα θα έπρεπε να παίρνουν πάντα τη θέση τους στην κεντρική σκηνή από τον ίδιο τον σχεδιαστή. Η Sarah Jessica Parker είναι ένας υπέροχος άνθρωπος και φέρνει ένα ολότελα νέο είδος ενέργειας στον Halston.
- Ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που θέλατε να επιλέξετε σαν επάγγελμα όταν ήσασταν πολύ νεότερος;
- Οταν ήμουνα πιο νέος, ονειρευόμουνα να γίνω χορευτής του μπαλέτου αλλά με το πέρασμα του χρόνου έγινα ολοένα και πιο ξετρελαμένος με τη μόδα και άλλαξα τις ιδέες μου.
- Μόδα και οικονομική κρίση. Μπορούν αυτά τα δύο να επιβιώσουν μαζί; Πώς αντιμετωπίζετε όλον αυτόν τον πεσιμισμό εκτός με το να είστε καινοτόμος;
- Αν και πρέπει να είμαι πάντα προσεκτικός για το πως πηγαίνει η δουλειά μου, δεν νομίζω ότι οι σχεδιαστές θα έπρεπε να ανησυχούν πολύ γι'αυτό. Οι υποκλίσεις στους αριθμούς των πωλήσεων μπορούν να πνίξουν τη δημιουργικότητα ενός σχεδιαστή, οπότε αν και είμαι απόλυτα ενήμερος για την οικονομική κρίση προσπαθώ να μην την αφήνω να έχει επιπτώσεις στον τρόπο που δουλεύω ή στα ρούχα που δημιουργώ.
- Ποιά είναι η καλύτερη και η χειρότερη κριτική στη δουλειά σας που έχετε διαβάσει μέχρι σήμερα;
- Το να διαβάζω κριτικές και συνεντεύξεις είναι κάτι το οποίο προσπαθώ να αποφεύγω με κάθε τίμημα. Η αυστηρή εξέταση που υφίσταται η δουλειά μου μπορεί να δημιουργεί αμηχανία και αυτό που είναι πιο σημαντικό για μένα είναι πως νιώθουμε το ατελιέ, πως νιώθουν οι φίλοι και η οικογένεια μου για την συλλογή. Αν δεν είναι χαρούμενοι, τότε δεν είμαι ούτε κι εγώ.
- Αν όχι αρχιτέκτονας για το σώμα, πώς θα περιγράφατε τον εαυτό σας σε κάποιον που δεν έχει ιδέα για το έργο σας ή την προσωπικότητα σας;
- Η επωνυμία Marios Schwab είναι για δυναμικές γυναίκες που δεν φοβούνται να εκφράσουν τον εαυτό τους μέσα από τα ρούχα τους. Οι γυναίκες που αγοράζουν την επωνυμία μας δεν θέλουν να ταυτίζουν τους εαυτούς τους με ένα look και θέλουν να ωριμάσουν και να πειραματιστούν μαζί μου σε κάθε συλλογή.
- Βάζετε συχνά το όνομα σας στο google, πόσους φίλους έχετε στο Facebook, στέλνετε μήνυμα στο Twitter κάθε 10 λεπτά;
- Ίσως να είμαι παλιομοδίτης σαν άνθρωπος αλλά βρίσκω την ιδέα της μοιρασιάς των γήινων λεπτομερειών της ζωής μου, από τη μια μέρα στην άλλη, σουρρεαλιστική. Ποιός θα ενδιαφερόταν;
Christian Louboutin. Ενας συγχρονος Fred Astaire. The Mancode Times
Leonard Cohen: «I am ready to die. I hope it's not too uncomfortable. That's about it for me».
Η συνέντευξη με τον Leonard Cohen είχε κανονιστεί δύο φορές. Με διαφορά μιας δεκαετίας περίπου. Δεν θα ερχόταν για συναυλία, αφορμή ήταν η κυκλοφορία ενός άλμπουμ. Είχα προετοιμαστεί, ετοιμάζοντας ερωτήσεις, μετρούσα αντίστροφα για την τηλεφωνική μας επικοινωνία. Του είχα τηλεφωνήσει και τις δύο φορές στον απευθείας του αριθμό, χωρίς κανέναν μεσάζοντα, ατζέντη, παραγωγό. Ο υπεύθυνος Τύπου της δισκογραφικής του εταιρίας στην Ελλάδα με είχε προειδοποιήσει: «o Cohen δεν τρελαίνεται για συνεντεύξεις». Εγώ όμως επέμενα. Ήλπιζα. Έκανα πρόβα. Θα το σήκωνε ο Leonard Cohen με την χαρακτηριστική του φωνή, στην αρχή θα ήταν βαρύς, απόμακρος, σιγά-σιγά θα γνωριζόμασταν, θα χαλάρωνε, θα μοιραζόταν λίγη ποίηση μαζί μου, λίγους στίχους, αυτοσχεδιαστικούς, χωρίς μουσική, a cappela. Δεν το σήκωσε ποτέ. Ούτε την πρώτη φορά, ούτε 10 χρόνια μετά, στο επόμενο, κανονισμένο, τηλεφωνικό μας ραντεβού για το κυριακάτικο φύλλο της Καθημερινής. Ποια θα ήταν η πρώτη ερώτηση; «How would you want people to remember you?». Βρήκα την απάντηση σήμερα στο περιοδικό Rolling Stone. «Surprise me».
Alexandra Stratou: «Recipes are a beautiful way of keeping family history and values alive».
Alexandra Stratou, author and publisher of «Cooking to Share», is Greek but «not the most conventional type». She is cooking to share «Greek recipes from my family to yours», using food as a medium to communicate and bring people together. Does she cook well? She learned how to cook professionally in Spain. Through a Kickstarter campaign she launched in March 2013 we are all invited to this growing community of people who wish to keep tradition alive and sit at the table to eat with those they love. Cooking to share. Cooking with love. And sweet childhood memories.
- Could you please name your three favorite recipes and explain why?
- I hate having to pick my favorite recipes. Each recipe evokes different emotions in me and I choose to eat or cook them depending on my mood. But if I have to .... Mmmmm... Today I would go with green beans with prawns in tomato sauce, lentil soup, tomato sauce for pasta.
- Which recipes did you have to leave out of the book?
- I don't really feel I left recipes out of the book rather I left my own interventions to the recipes out of the book! In general it is quite a complete compilation of the recipes I grew up eating.
- How about family tradition? Flavors, memories, colors, ingredients, recipes that you are cooking to share? What makes your family cooking different than cooking in any other Greek house?
- The thing that make my family's cooking different than any other house is the role it played in my little microcosm. I grew up much like a foreigner in Greece, so food for me is what has given me a sense of Greek identity. Ok, I also think that we cook amazingly in our family, but I am sure everybody would say that about their family cooking....The reason I wrote the book was never because I thought my family cooking is unique it was more of a personal need and gesture. Recipes hold within them the stories of times gone by. They are a beautiful way of keeping family history and values alive - they give us the ability to carry people and memories and wisdom into the present much more efficiently than if we relied solely on words and imagination.
- How long did it take you to create the book, find a way to publish it and promote it? Where can we find it?
- I started working on the book in April 2013. I had promised my kickstarter backers that I would have it ready by September and as you can imagine that never happened; but on the 15th of December 2013 after having worked non-stop for 9 months it was ready to go out into the world. It is a self published cookbook - which means that I am not only the author but also the publisher. The promotion kind of happened alone and I went with it - Cooking to Share seemed to have a destined path that I have just responded to.
• What inspired you to start the project?
- Circumstance, personal need to explore my past through food, Kyria Loula – a fighter of a woman, the birth of my first niece, love of connection.
• What is a typical day in your life?
- That is one of the hardest questions to answer at the moment. There is no typical day. Being a freelancer in all areas I work in, gives me days that are completely unexpected, up to my whim and different. I do though always start my day with a coffee for me and a walk for my dog.
• How would you describe yourself as a person?
- I would say I am passionate, patient when I want to, stubborn, argumentative, creative, romantically unrealistic, determined and loving.
• Is your perspective on design ever affected by your age?
- It is not age that defines what I like but the needs I have at each stage of my life. I think that what I need to see around me is an expression of what I need inside and when that need has been satisfied I am ready to move on to something new.
• What’s the best advice you’ve ever received?
- I can’t think of one best piece of advice. I usually pick up piece of advice in various random instances that guide me for a while, and which I forget once they are no longer relevant.
• Favorite place in Greece? Do you have a favorite neighborhood?
- It is not a place but a constantly moving body of water – the Aegean. At the moment I am totally enthralled with Mets.
• What are the things you love to do in your hometown?
- I love walking around the city on a weekend without much destination allowing the city to dictate my stops and starts.
- Do you take any inspiration from the city?
- More than anything I take inspiration from the people that bring the city alive and the moments that make me feel lucky to be in this place right now like when I watch the sunset sky between the buildings or I happen to be on a hill and I can see until the sea or the moment when the street lights flicker on.
• Most surreal experience to date?
- Professionally by far the fact that a Kickstarter backer of mine, called Chris, who has never met me, took my self-published cookbook to a bookshop in Harbor Springs Michigan (a place I had no idea existed), that the owner of the bookstore Katie showed the book to a representative of a branch of a large US publisher, that the publisher ordered a book on Amazon, that I got offered a deal in the first videoless skype call I had with them and then 2 months later signed a deal with them. There are still moments that I can’t believe this is actually happening.
• What would your super power be?
- I would just love to fly; anywhere, over anything, into anything.
• If you had a theme song, what would it be?
- I am trying to search for something musically interesting or intellectual but the truth is that my theme songs are always something cheesy that for some reason make me feel good - like Kygo Firestone… This one is actually my most recent theme song, as on a work trip to Berlin this year, every night I finished work it would play on the radio.
• What do you do to get away from everything?
- I go out by myself to do something without my cell phone whether that is to go to the sea or for a walk around the city.
• The Kickstarter campaign. How did you manage to get the support of 500 people? What next?
I put all my effort in communicating in an honest way what I wanted to do and in creating a campaign that really represented my aesthetic, my ways, my creative skills, my ambition. I think this is what people saw in my project along with the fact that they related to my dream – if childhood is a time of sweet memory, we all want to visit our childhood once in a while and food is a great way to do it. Next is in the making right now – I have a grand plan and am figuring out the small steps that I need to take to get me there. The ultimate idea is to create a physical space that will be able to house the multiple things I love – and it isn’t a restaurant. Cryptic sounding, I know, but I am not ready to start saying…
• Who would you invite to your dream dinner party?
- Right now I would like to bring a group of people that would never have the opportunity to eat together to the same table and use food and care to make them equal for a moment.– i.e. a Syrian refugee, the head of a large multinational bank, the German minister of Finance, a Chinese multinational factory worker, a child of 9 with his parents, an old Greek woman from a village somewhere in the forgotten rural areas of Greece, an influential figure from Hollywood, a 20-something unemployed youth… And I would like to have the opportunity to create these types of dinners more than once.
* Greece is.
http://www.greece-is.com/madeingreece/alexandra-stratou/
* The book is sold at the Athens International Airport, Evripidis, Booktique, Forget me Not, Philos Athens, Atlantis Books Santorini, on cookingtoshare.com
Tatiana Blatnik. HRH Taste of Greece
Tatiana Blatnik. Beautiful People. The Code Magazine. July-August Summer 2016.
Μαρινα Βερνικου: «Το Instagram ειναι μια καλη αρχη για να αφουγκραστεις τον κοσμο.»
Συνέντευξη της Μαρίνας Βερνίκου στη Σάντυ Τσαντάκη. Περιοδικό Ταξίδια, ένθετο στην εφημερίδα Η Καθημερινή της Κυριακής, Κυριακή 3 Ιουλίου 2016.
Platon: «Η Ελλαδα δεν εχει φωτογραφηθει ποτε με αυτον τον τροπο...»
(c)Platon
«Platon's Greece». Ο τίτλος στο αφιέρωμα του περιοδικού New Yorker -για την ομώνυμη έκθεσή του που είχε φιλοξενηθεί χρόνια πριν στο Colette στο Παρίσι- ήταν ξεκάθαρος. Μόλις είδα τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Platon, oι οποίες, καλύπτουν μια εικοσάχρονη διαδρομή του στην Ελλάδα, κατάλαβα. Αυτή είναι η χώρα μας χωρίς ρετούς. Ο ελληνικής καταγωγής Platon, για όσους δεν τον γνωρίζουν, είναι μόνιμος συνεργάτης του New Yorker και γνωστός ως «ο φωτογράφος της εξουσίας», αφού έχει φωτογραφήσει από τον Μπαράκ Ομπάμα και τον Μουαμάρ αλ Καντάφι μέχρι τον Βλαντιμίρ Πούτιν για το εξώφυλλο του περιοδικού Time και έχει συνεργαστεί με έντυπα όπως η Vogue, το Vanity Fair, το Rolling Stone και το GQ.
(c)Platon
Οταν του πρότεινα να μιλήσουμε για την δική του Ελλάδα, ο ατζέντης του ξεκαθάρισε από την πρώτη στιγμή πόσο λίγο χρόνο είχε στη διάθεση του αυτόν τον καιρό ο Platon. Έπειτα από δεκάδες emails και απανωτές αλλαγές ημερομηνίας και ώρας, καταφέραμε να μιλήσουμε τηλεφωνικά, από τη Νέα Υόρκη όπου βρισκόταν, στα αγγλικά· μόνο μια ελληνική λέξη ακούστηκε στη συνομιλία μας - «πανηγύρι»...
Γεννήθηκε στο Λονδίνο, το 1968, έζησε στην Ελλάδα μέχρι τη δεκαετία του '70 και είναι απόφοιτος των Saint Martin's School of Art και Royal College of Art. Ζει στη Νέα Υόρκη με την οικογένεια του. Ξεχώρισε για την διαφορετική ματιά του στα πορτρέτα και, εκτός από φωτογράφος, είναι περιζήτητος και ως ομιλητής στο Γέιλ, στο London School of Economics, στη National Portrait Gallery, στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός. Κι είναι αλήθεια πως από την συνομιλία μας κατάλαβα την αμεσότητα, την ειλικρίνεια, τον αυθορμητισμό. Σπάνια «χαρίσματα» για έναν καλλιτέχνη που συνήθως εκφράζεται αποκλειστικά μέσα από τη δουλειά του, δηλαδή βουβά.
(c)Platon
Το πρότζεκτ «Platon's Greece» είναι αρκετά πιο προσωπικό σε σύγκριση με τις άλλες του δουλειές. Τον ρωτώ πόσο «δική του» είναι η Ελλάδα που μοιράζεται με το διεθνές κοινό. «Το πρώτο που πρέπει να πω είναι ότι πρόκειται για μια εξιδανικευμένη Ελλάδα», απαντά. «Η σημερινή Ελλάδα δεν είναι ούτε μοιάζει έτσι. Ολα ξεκίνησαν από την Πάρο, ένα νησί που γνωρίζω καλά - εκεί μεγάλωσα. Πολλούς από τους ανθρώπους που φωτογράφισα τους ήξερα από παιδί. Και αρκετοί ήταν πολύ ντροπαλοί μπροστά στον φακό, ακριβώς γιατί με ήξεραν. Εικόνες που σήμερα μοιάζουν να έχουν χαθεί.»
(c)Platon
Αναρωτιέμαι ποια ήταν τα πρώτα «μοντέλα» στην καριέρα του. «Όταν ξεκινάς να φωτογραφίζεις, κάνεις την πρακτική σου με μέλη της οικογένειάς σου και ανθρώπους που ξέρεις. Μαθαίνεις την τέχνη πάνω τους. Οχι με αρχηγούς κρατών. Θυμάμαι ότι δανείστηκα μια Λάικα. Στη συγκεκριμένη έκθεση παρουσιάζω τις πρώτες φωτογραφίες μου από την Ελλάδα που ξέρω. Κι είναι σαν ένα παιδικό όνειρο για μένα - από τα παιδικά μου χρόνια. Κάθε φορά που επιστρέφω στην Ελλάδα συνειδητοποιώ ότι αυτό το όνειρο εξαφανίζεται. Αυτό είναι, όμως, το καλό με την φωτογραφία. Θεραπεύει την αμνησία της κοινωνίας. Υπενθυμίζει όλα όσα θέλουμε να ξεχάσουμε ή απλώς δεν βλέπουμε. Είναι ένας τρόπος να “παγώνουμε” την ιστορία στον χρόνο. Και πιστεύω ότι η Ελλάδα δεν έχει φωτογραφηθεί ποτέ με αυτόν τον τρόπο...»
Ο Platon μπορεί να ζει μακριά αλλά είναι φανερό ότι πονάει για την πατρίδα του. «Αν πρόκειται να μιλήσουμε για τα οικονομικά προβλήματα στην Ελλάδα, όλα ξεκίνησαν όταν οι περισσότεροι νέοι άνθρωποι έφυγαν από τα νησιά για να πάνε στην Αθήνα. Βρήκαν, άραγε, εκεί όλα αυτά που τους είχαν υποσχεθεί; Το σημαντικό είναι να είσαι περήφανος για τον πολιτισμό και την καταγωγή σου και να εκτιμάς την κληρονομιά σου. Αυτό τουλάχιστον κάνω εγώ».
Το υλικό για την έκθεση ήταν έτοιμο πριν από χρόνια. Αλλά τότε -εξηγεί ο Platon- δεν θα είχε τον ίδιο αντίκτυπο που θα έχει σήμερα, αφού εκείνος δεν ήταν ακόμα τόσο γνωστός όσο σήμερα... «Τα τελευταία χρόνια η καριέρα μου άλλαξε. Υπέγραψα στο New Yorker το συμβόλαιο που είχε πριν από μένα ο Ρίτσαρντ Αβεντον. Εγινα γνωστός ως φωτογράφος της εξουσίας. Οι άνθρωποι ενδιαφέρονται πλέον για ό,τι που κάνω. Παίζω με το σύστημα κι εγώ! Αλλά αυτοί είναι οι κανόνες της σόου μπίζνες».
Η επόμενη ερώτηση έχει να κάνει με το photoshop και τα όρια που θέτει ο ίδιος στη δουλειά του. Και φυσικά πόσο photoshop «σηκώνει» η Ελλάδα... «Η τεχνολογία είναι υπερτιμημένη. Οι άνθρωποι έχουν την τάση να εντυπωσιάζονται και να εξιτάρονται τόσο πολύ από τα εργαλεία ώστε συχνά να ξεχνούν το περιεχόμενο. Το πιο σημαντικό πράγμα είναι η ιστορία. Να την αφηγηθείς. Αν σου πω μια ιστορία, σημασία έχει η ουσία, αυτό πουλέω, όχι η γραμματική. Το ίδιο ισχύει και για το photoshop. Έχω περάσει τη μισή μου ζωή στο σκοτάδι. Το photoshop μου δίνει τη δυνατότητα να καταργήσω όρια, να πειραματιστώ με αντιθέσεις, υφές, αποχρώσεις – αλλά η ιστορία δεν αλλάζει. Ούτε οι άνθρωποι που φωτογραφίζω αλλάζουν. Το photoshop είναι σαν τη Νέα Υόρκη. Όλοι στη Νέα Υόρκη, τα πάντα στη Νέα Υόρκη, είναι ωραιοποιημένα, σαν κάποιος να τα έχει λειάνει. Όμορφοι άνθρωποι σε όμορφους δρόμους, σε όμορφα σπίτια. Η φωτογραφία είναι ένας τρόπος να υπάρχει ειλικρίνεια στην ανθρωπότητα. Στην πραγματικότητα η ζωή είναι δύσκολη, τα χέρια προδίδουν την ιστορία, η σκόνη, εκεί που δεν υπάρχει λακ. Η τεχνολογία σε βοηθάει να τονίσεις τις λεπτομέρειες».
O Platon μιλάει με ενθουσιασμό, δεν μπορείς να τον διακόψεις εύκολα. «Είμαι άνθρωπος της αφής και επηρεασμένος σε μεγάλο βαθμό από τα έργα του Βίνσεντ βαν Γκογκ. Μπορείς να δεις το μολύβι, να διακρίνεις το περίγραμμα. Σε μαύρο ή άσπρο. Υπάρχουν αυτά τα στοιχεία στην Ελλάδα που φωτογράφισα. Κυριαρχούν το μαύρο και το άσπρο. Ο ήλιος είναι τόσο δυνατός που είναι άσπρος. Οι γυναίκες φορούν μαύρα, το φόντο είναι άσπρο. Δεν υπάρχει ενδιάμεση απόχρωση. Δεν θα δεις γκρίζο χρώμα, γιατί δεν υπάρχει. Άσπρο, μαύρο, ζωή και θάνατος, ευτυχία και δυστυχία, χαρά και λύπη.»
Εικόνες και λέξεις, λέξεις και εικόνες. Πώς νιώθει σαν παραμυθάς φωτογράφος; «Η δουλειά των περισσότερων καλλιτεχνών μιλάει από μόνη της. Η αλήθεια είναι ότι ένα έργο δεν χρειάζεται καμία εξήγηση. Απλώς μπορείς να προσθέσεις μια άλλη προοπτική. Είχα μέντορες στην Πάρο. Ο θείος μου με μάγευε, μπορούσα να κάθομαι με τις ώρες μαζί του και να τον ακούω να μου μιλάει για τη ζωή, την απώλεια, την τέχνη της ζωής. Θυμάμαι όλα όσα μου έλεγε. Και παραμένω μαθητής της ζωής. Θέλω διαρκώς να μαθαίνω κάτι καινούργιο.»
Loulou de la Falaise: «Τι εχω παντα μαζι μου; Διαβατηριο και την ελευθερια μου.»
Απεχθανόταν τη λέξη μούσα. Η Loulou de la Falaise που πέθανε στα 63 της χρόνια, υπήρξε το έτερο «δημιουργικό» ήμισυ του Ιβ Σεν Λοράν, μια γυναίκα που συνέδεσε το όνομα της με συγκροτήματα όπως οι Μπιτλς και οι Ρόλινγκ Στόουνς, υπήρξε φίλη της Μαρίζα Μπέρενσον, της Παλόμα Πικάσο, του Ρόμπερτ Μέιπλθορπ, επαναστάτρια για την εποχή της... Λέγεται πως ακόμη και το διάσημο πλέον Le Smoking του Ιβ Σεν Λοράν ήταν εμπνευσμένο από το προσωπικό της στιλ… Με τον θάνατο της, χάνεται ακόμη ένα κομμάτι από το καλειδοσκόπιο, το μωσαϊκό, το παζλ, όχι απλώς ενός οίκου μόδας αλλά ενός αυθεντικού δημιουργικού κόσμου.
Yπήρξε η πιο στενή φίλη, συνεργάτης και μούσα του Ιβ Σεν Λοράν, η έμπιστη του, η παρέα του στα ταξίδια, εργαζόταν μαζί του από τη δεκαετία του 70, μέχρι τη στιγμή που εκείνος αποφάσισε να αποσυρθεί, το 2002. Τότε συνέχισε να σχεδιάζει κοσμήματα, σαν κι αυτά που έφτιαχνε για τον γαλλικό οίκο. Η λέξη μούσα όμως δεν αποδίδει με ακρίβεια τη σχέση τους, γιατί ήταν πολλά παραπάνω. Όπως είχε δηλώσει και η ίδια στην Vogue Italia, «παλιότερα με ενοχλούσε απίστευτα αυτός ο όρος. Για μένα η μούσα είναι κάποια που μοιάζει λαμπερή αλλά είναι κάπως παθητική, ενώ εγώ εργαζόμουνα πολύ σκληρά. Δούλευα από τις 9 το πρωί μέχρι τις 9 το βράδυ ή ακόμη και τις 2 τα ξημερώματα. Δεν υπήρξα σίγουρα παθητική.»
Η Louise Vava Lucia Henriette Le Bailly de la Falaise, όπως ήταν το πλήρες ονοματεπώνυμο της, έγινε γνωστή για το ιδιαίτερο προσωπικό της στιλ, τα σκούρα ξανθά μαλλιά, τις μπούκλες, το γενναιόδωρο χαμόγελο, της άρεσε οτιδήποτε εκλεκτό και δεν φοβήθηκε ποτέ το χρώμα και τα έντονα εμπριμέ, πάντα με μια σειρά από εντυπωσιακά κολιέ-έργα τέχνης στον λαιμό της.
Μικρή ονειρευόταν να γίνει ποιήτρια και απεχθανόταν τα ρούχα. Την είχαν διώξει από τρία ιδιωτικά σχολεία, στο Σάσεξ, τη Νέα Υόρκη, την Ελβετία… Γεννήθηκε στην Αγγλία, η μητέρα της, Maxime de la Falaise, ήταν μοντέλο για την Έλσα Σκιαπαρέλι, έγραφε για φαγητό στη Vogue και είχε παίξει σαν ηθοποιός σε μια από τις ταινίες του Αντι Γουόρχολ. Ο πατέρας της, κόμης Alain de la Falaise, ήταν Γάλλος αριστοκράτης, συγγραφέας, μεταφραστής και εκδότης.
Με τον Ιβ Σεν Λοράν γνωρίστηκαν το καλοκαίρι του 1968 και ήταν «έρωτας» με την πρώτη ματιά. «Έγινα το δεξί του χέρι», είχε πει. «Δεν έκανε τίποτα ποτέ χωρίς εμένα, αλλά φρόντιζα το κλίμα να είναι ελαφρύ. Οταν γινόταν νευρωτικός, του έλεγα να ηρεμήσει, γιατί κανείς δεν θα διασκέδαζε φορώντας τα ρούχα του, αν δεν περνούσε καλά εκείνος όταν τα έφτιαχνε».
Στην προσωπική της ζωή, παντρεύτηκε και χώρισε δύο φορές-την πρώτη στα 21 της χρόνια-, απέκτησε μια κόρη. Υπήρξε πάντα θετική στη ζωή της, δυναμική, έτοιμη να γελάσει ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές. Λέγεται ότι ήταν εκείνη που οφείλεται για το γεγονός ότι ο Ιβ Σεν Λοράν ξανασκέφτηκε και ανακάλυψε εκ νέου το χρώμα. Δημιουργοί όπως ο Μισέλ Κλάιν έχουν πει ότι «με τη Λουλού το μίγμα έγινε πιο λάιτ» ενώ ο Χέλμουτ Νιούτον είχε δηλώσει πως «η Λουλού ντε λα Φαλαίζ μας είχε επηρεάσει σχεδόν όλους». Την είχαν ρωτήσει πρόσφατα τι δεν ξεχνάει ποτέ να πάρει φεύγοντας από το σπίτι…«Διαβατήριο και την ελευθερία μου.»
Diane Kruger: «Το σπιτι μου θα ειναι παντα στο Παρισι. Ειναι η ομορφοτερη πολη στον κοσμο».
Η Νταϊάν Κρούγκερ ανήκει στην κατηγορία των ηθοποιών που σε καθηλώνουν ό,τι και να παίζουν. Είναι απίστευτα όμορφη, εκθαμβωτική, είτε ως Ωραία Ελένη, είτε ως Μαρία Αντουανέτα. Στη συνέντευξη μας αποκαλύπτει ότι ο Ντένις Χόπερ υπήρξε μέντορας της. Ο Τζόσουα Τζάκσον είναι ο σύντροφος της ζωής της, ηθοποιός που έγινε αναγνωρίσιμος από την τηλεοπτική σειρά «Dawson Creek». Στη διάρκεια της κουβέντας μας μάλιστα αναφέρεται στον «Τζος» σα να θεωρεί δεδομένο ότι το γνωρίζω…
Τι άλλα ξέρουμε ή θα έπρεπε να γνωρίζουμε για την Nταϊάν Κρούγκερ; Το αληθινό της όνομα είναι Diane Heidkruger. Έχει παίξει με τον Κριστόφ Λαμπέρ, τον Ντένις Χόπερ, τον Τζος Χάρτνετ, τον Μπραντ Πιτ, τον Νίκολας Κέιτζ… Έχει πει ότι δεν σκοπεύει να παντρευτεί. «Όχι, νομίζω ότι έχω τελειώσει με το θέμα του γάμου. Δεν έχω ρομαντικές ιδέες για τον γάμο. Λευκό φόρεμα; Δεν σημαίνει τίποτα για μένα. Όσο για παιδιά; Ναι. Όχι ακόμη». Για την ιστορία η Κρούγκερ είχε παντρευτεί στα 23 της με τον Γάλλο ηθοποιό Γκιγιόμ Κανέ, γάμος που κατέληξε σε διαζύγιο το 2006.
Είναι σταθερή στις επιλογές της, δεν τρελαίνεται για αλλαγές. Μοιάζει ευαίσθητη αλλά όσοι την γνωρίζουν μιλούν για δυναμική γυναίκα. Ένας σοβαρός τραυματισμός στο πόδι την ανάγκασε να εγκαταλείψει το όνειρο της να γίνει επαγγελματίας χορεύτρια. Σαν τινέιτζερ αναγκάστηκε να αναλάβει τον μικρότερο αδερφό της όταν ο αλκοολικός πατέρας της (για τον οποίο αρνείται να μιλήσει) εγκατέλειψε τη μητέρα της και τα δύο του παιδιά. «Όταν κοιτάζω πίσω εύχομαι μόνο να είχα περισσότερο ξένοιαστο χρόνο τότε», λέει σήμερα.
Η μητέρα της έμαθε να είναι ανεξάρτητη, δούλευε πάντα τα καλοκαίρια, έχει κάνει ακόμη και διανομή εφημερίδων. Ήταν εκείνη που την παρότρυνε να πάει μόνη της στα 15 της στο Παρίσι προκειμένου να γίνει μοντέλο. Και μάλιστα χωρίς να γνωρίζει ούτε μια λέξη στα γαλλικά. Δεν ντρέπεται να πει ότι ήπιε το πρώτο της ποτό στα 20. «Απλώς δεν πίστευα ότι το χρειαζόμουνα…» Και επιπλέον δεν ήθελε να μοιάσει στον πατέρα της, όπως έχει δηλώσει στο παρελθόν…
Μετά από πέντε χρόνια μόντελινγκ, βαρέθηκε. Έφυγε από τη Νέα Υόρκη για να ξαναβρεθεί στο Παρίσι. Σπούδασε σε δραματική σχολή για δύο χρόνια, έμαθε γαλλικά, γύρισε ταινίες που δεν έχει δει ακόμη και σήμερα ποτέ, τη διάλεξαν για την ταινία «Troy» ανάμεσα σε 3000 ακόμη γυναίκες υποψήφιες.
Έχει 1.73 ύψος, είναι Καρκίνος στο ζώδιο, δεν έχει προσωπικό στυλίστα, εκτός κι αν πρόκειται για τα Όσκαρ, όπως λέει, ή μια περιοδεία προώθησης για μια ταινία «όπου χρειάζομαι 25 σύνολα για συνεντεύξεις και 10 πρεμιέρες. Αλλά και πάλι θα τους πω τι χρειάζομαι». Αγαπά τη μόδα και δεν το κρύβει. Κυρίως γιατί νιώθει ότι μπορεί να εκφραστεί μέσω των ρούχων που επιλέγει να φορέσει αλλά και για να θυμάται συγκεκριμένες περιόδους της ζωής της. Chanel, Κάλβιν Κλάιν και Τζέισον Γου, οι αγαπημένοι της.
Δεν είναι σπάταλη. Έχει πει σε συνέντευξη της ότι περίμενε έξι χρόνια για να αποκτήσει την τσάντα που ονειρευόταν. Μόλις υπέγραψε συμβόλαιο με τον Κάλβιν Κλάιν αποφάσισε ότι θα μπορούσε να αγοράσει επιτέλους μια Chanel Constance. «Είχα ιδρώσει στα αλήθεια όταν την πλήρωνα.»
Ιδρώνει λοιπόν η Νταϊάν Κρούγκερ. Και κοκκινίζει. Δεν τρελαίνεται να φιλάει τους συμπρωταγωνιστές της. Λένε ότι πατάει γερά στα πόδια της. Και φαίνεται. Είναι εξαιρετικά συνεπής, πράγμα σπάνιο για σταρ του Χόλιγουντ. Γεννημένη στη Γερμανία το 1976, το πρώην μοντέλο και νυν ηθοποιός, έγινε γνωστή το 2004 σαν Ωραία Ελένη, δίπλα στον Μπραντ Πιτ και τον Πίτερ Ο’ Τουλ. Μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη για τους ανθρώπους του κινηματογράφου.
Η Νταϊάν Κρούγκερ δεν είναι όμως ένα ακόμη γλυκανάλατο κορίτσι. Θα πρέπει να τη δείτε στο φιλμ του Κουέντιν Ταραντίνο, «Inglorious Basterds» για να πειστείτε. Όταν παρουσίασε την τελετή απονομής του Φεστιβάλ των Καννών το 2007, αντί να μιλήσει στα αγγλικά, όπως όλοι οι προηγούμενοι παρουσιαστές, επέλεξε η ίδια να μιλήσει στα αγγλικά, τα γαλλικά και τα γερμανικά, χωρίς βοήθεια.
Ήρθε στην Αθήνα με αφορμή το 12ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου. Λίγο πριν είχε εμφανιστεί στην «πράσινη» δημοπρασία του οίκου Christie’s στη Νέα Υόρκη με θέμα «A bid to save the earth». Μιλήσαμε λίγες ημέρες προτού έρθει και κανονίσαμε να φάμε μαζί στην Αθήνα, με άλλους ηθοποιούς που έχουν έρθει ειδικά για το Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, μία μέρα μετά την άφιξη της. Χωρίς μικρόφωνο.
- Πρώτα μοντέλο, μετά ηθοποιός. Και τώρα πρότυπο. Ποια είναι αυτά που αγαπάτε και απεχθάνεστε στη βιομηχανία μόδας και σινεμά;
- Δεν ξέρω τι να πω για το πρότυπο, πάρα πολύ πίεση! Αλλά νομίζω ότι αυτό που κράτησα και πήρα μαζί μου από το μόντελινγκ ήταν σπουδαίες φιλίες, όπως με τον Καρλ Λάγκερφελντ ή τον Κάλβιν Κλάιν και την ικανότητα να μιλάω τρεις γλώσσες και να έχω ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο. Το να ποζάρω για φωτογραφίες είχε αρχίσει να καταντάει βαρετό για μένα ύστερα από λίγο αλλά με τη μόδα δε συνέβη σίγουρα το ίδιο. Θαυμάζω στα αλήθεια τη δημιουργικότητα και το ταλέντο ορισμένων σχεδιαστών και στυλιστών…Το γεγονός ότι είμαι ηθοποιός είναι αυτό που πραγματικά με ολοκληρώνει και με γεμίζει. Λατρεύω να δημιουργώ έναν χαρακτήρα, να δίνω πνοή στο όραμα ενός σκηνοθέτη. Και να είμαι ανοιχτή σε όλων των ειδών τα συναισθήματα.
- Είστε περισσότερο γνωστή σαν Ωραία Ελένη στην ταινία «Troy», ανάμεσα σε άλλους ρόλους. Ποιός ρόλος ήταν αυτός που απολαύσατε περισσότερο και πως νιώσατε σαν Ελληνίδα ηρωίδα;
- Έχω απολαύσει όλους τους χαρακτήρες που έχω παίξει, είτε πρόκειται για βασίλισσα που έχει γράψει ιστορία, είτε για νοικοκυρά. Έχω υπάρξει πολλές διαφορετικές εθνικότητες μέσα στα χρόνια που έχουν περάσει αλλά η Ελένη θα είναι πάντα ιδιαίτερη για μένα καθώς έγινε αφορμή να γίνω γνωστή.
- Πώς συγκρίνετε τον Γερμανικό κινηματογράφο με τον Γαλλικό και τον Αμερικάνικο;
- Δεν έχω δουλέψει ποτέ σε γερμανικό φιλμ αλλά θα έλεγα ότι η βασική διαφορά ανάμεσα σε μια γαλλική και μια αμερικανική ταινία είναι σίγουρα η κλίμακα. Νιώθω επίσης ότι οι σκηνοθέτες στη Γαλλία δικαιούνται να έχουν μεγαλύτερη άποψη για το ποιος θέλουν να είναι στο καστ τους ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες αυτό είναι θέμα των στούντιο και των παραγωγών. Το box office είναι η μόνη τους αγωνία.
- Εχετε επίσης εκπαιδευτεί σαν μπαλαρίνα. Αλλά αναγκαστήκατε να αλλάξετε σταδιοδρομία. Με ποιον τρόπο πιστεύετε στη μοίρα, στο πεπρωμένο; Στα σενάρια της ζωής με τα αν/όταν/τι κι αν;
- Δεν ξέρω… Σίγουρα νιώθω ότι ορισμένες φορές ένας ρόλος μοιάζει να έρχεται σε σένα και να μην το ήξερες καν ότι έψαχνες να τον βρεις. Για παράδειγμα, η Μαρία Αντουανέτα μοιάζει λίγο σα να ήταν μοιραίο να την παίξω… Και οι δύο έχουμε γερμανικές καταβολές (εκείνη ήταν Αυστριακή) που ήρθαμε στη Γαλλία σε πολύ νεαρή ηλικία, το όνομα της μητέρας μου είναι Marie-Therese και είμαι ακριβώς στην ίδια ηλικία που ήταν η Μαρία Αντουανέτα όταν πέθανε…
- Ανάμεσα στους συμπρωταγωνιστές σας, όπως ο Νίκολας Κέιτζ ή σκηνοθέτες όπως ο Κουέντιν Ταραντίνο, με ποιον θα θέλατε να ξανασυνεργαστείτε και γιατί;
- Θα ήθελα πολύ να ξανασυνεργαστώ με όλους όσους έχω δουλέψει στο παρελθόν. Δεν είχα ποτέ μου συμπαρουσιαστή που να μην συμπαθούσα. Ε, ίσως μία φορά, στις πολύ αρχές…
- Εκδηλώσεις στο κόκκινο χαλί. Εχετε υπάρξει ακόμη και οικοδέσποινα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Kαννών. Ποιά είναι η μεγαλύτερη σας αγωνία ή φόβος;
- Οτιδήποτε συμβαίνει στο κόκκινο χαλί είναι πάντα συναρπαστικό. Έχει πλάκα να ντύνεσαι, να βάζεις τα καλά σου για να γιορτάσεις το φιλμ σου ή να πας σε μία κινηματογραφική προβολή. Δεν αγχώνομαι πλέον για καμία τέτοια εμφάνιση… Προσπαθώ να διασκεδάζω όταν πηγαίνω, παίρνοντας μαζί μου μία καλή φίλη ή έναν καλό φίλο. Για να ετοιμαστούμε μαζί. Επίσης είναι το πιο cool πράγμα να συναντήσεις τους φαν και τους γνώστες του σινεμά. Είμαι πολύ ευγνώμων για την υποστήριξη τους.
- Εχετε συνδέσει το πρόσωπο σας με ρολόγια, καλλυντικά, αρώματα. Ποιά είναι τα πράγματα που δεν θα διαφημίζατε ποτέ και γιατί;
- Δεν ενδιαφέρομαι πια να διαφημίσω κάτι το οποίο δεν πιστεύω. Δεν είμαι μοντέλο πλέον και θέλω να συνεργάζομαι με επωνυμίες και ανθρώπους στους οποίους πιστεύω και αντίστροφα.
- Γιατί επιλέξατε το Παρίσι και το Βανκούβερ ως τις πόλεις που θέλετε να ζείτε σήμερα;
- Ζούσα στο Παρίσι από τότε που ήμουνα 16 χρονών και στη Νέα Υόρκη τα τελευταία 10 χρόνια, με αρκετά διαλείμματα. Το Βανκούβερ είναι μάλλον προσωρινό καθώς το σόου του Josh «Fringe» φιλοξενεί τα γυρίσματα εκεί. Αλλά το σπίτι μου θα είναι πάντα στο Παρίσι. Για μένα είναι η ομορφότερη πόλη στον κόσμο.
Πελουσα Τσαντακη: «Γιατι θεωρουμε ότι οι ανδρες ειναι πιο πιστοι στη φιλια;»
Η Πελούσα Τσαντάκη (μητέρα, γιαγιά, φιλόλογος, συγγραφέας, γυναίκα-ορχήστρα), δουλεύει ήδη το τέταρτο βιβλίο της. Έχει κυκλοφορήσει το «Αν έχεις τέτοιες φίλες» (εκδόσεις Οσελότος) και με τη σκέψη ότι θα γίνει θεατρική διασκευή, έχει στριμώξει τις ηρωίδες της και τους ήρωες της στην γωνία και τους μαθαίνει πως να μιλούν τώρα και εκτός λευκών σελίδων. Θέλησα να μάθω περισσότερα για τη συγγραφέα του «Άλλα Λόγια», του «Δεν κοιμάμαι τα βράδια» και του μυθιστορήματος «Αν έχεις τέτοιες φίλες». Για τις οποίες δεν κοιμήθηκε πολλά βράδια...
- Πώς προέκυψε ο τίτλος του βιβλίου;
- O τίτλος του βιβλίου είναι μάλλον ειρωνικός. Επειδή αναφέρεται σε φίλες, σε κορίτσια που δοκιμάζουν την τύχη και την αντοχή τους, μαζί με τη δική μας.
- Yπάρχει αληθινή φιλία ανάμεσα στις γυναίκες; Και στις ηρωίδες του βιβλίου σας;
- Μεγάλη κουβέντα η φιλία. Ανάμεσα σε γυναίκες, ανάμεσα σε άνδρες. Γιατί θεωρούμε ότι οι άνδρες είναι πιο πιστοί στη φιλία; Έχετε δει αδερφικούς φίλους σε ανώτατες θέσεις μιας επιχείρησης; Τρώγονται σάρκες εκεί. Πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει αληθινή φιλία ανάμεσα στις γυναίκες. Αυτό μου έχει διδάξει η μέχρι τώρα πορεία μου. Υπήρξα τυχερή. Έχω τις ίδιες φίλες για δεκαετίες χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν συναντώ καινούργιες φιλίες σε διαφορετικές φάσης της ζωής μου, ακόμη και σήμερα. Όσο για τις ηρωίδες του βιβλίου μου, ζουν ανάμεσα μας, είναι μία από εμάς, με τις αδυναμίες τους, τα πάθη τους, αλλά και τα αληθινά τους αισθήματα, που δεν διστάζουν να τα εκφράσουν, με κάθε ευκαιρία, δηλαδή πάντα.
- Τρίτο μυθιστόρημα. Τι σημαίνει αυτό για μια συγγραφέα;
- Τρίτο μυθιστόρημα, πράγματι. Άπιαστο όνειρο όταν γράφεις το πρώτο. Όταν όμως το ολοκληρώνεις, ξεχνάς τα ξενύχτια, τις ώρες μοναξιάς, τον κόπο σου και επικεντρώνεσαι στις ηρωίδες σου που τις έχεις αγαπήσει και στους ήρωες που τις συνοδεύουν και δεν επιθυμείς τίποτα άλλο από το να αγαπηθούν.
- Ποια είναι η καλύτερη κριτική που ακούσατε μέχρι σήμερα; Η πιο απρόσμενη;
- Πολλές και διάφορες καλές κριτικές. Από γυναίκες κυρίως και διαφορετικές ηλικίες. Ίσως γιατί εμείς οι γυναίκες είμαστε πιο αυθόρμητες και δεν φοβόμαστε να μιλήσουμε με το συναίσθημα. Ενώ οι άνδρες τσιγκουνεύονται καμιά φορά ή απλά διστάζουν να εκφράσουν τα αληθινά τους συναισθήματα. Η πιο απρόσμενη όμως κριτική προέκυψε σίγουρα από έναν 60χρονο άνδρα… «Τον τυχερούλη τον γιατρό, γυναίκα που έχει…». Ποιός είναι ο γιατρός; Ο άντρας μου.
- Πώς επιβιώνει σήμερα μια συγγραφέας στην Ελλάδα;
- Στην Ελλάδα δεν επιβιώνει. Όχι μόνο σήμερα, στην Ελλάδα της κρίσης, αλλά και πάντα. Εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις συγγραφέων, άλλων ταλαντούχων και άλλων μάλλον ατάλαντων αλλά σωστά δικτυωμένων, δηλαδή με τις κατάλληλες γνωριμίες και εξαιρετικές δημόσιες σχέσεις. Αυτή είναι για μένα η μόνη αλήθεια. Ο συγγραφέας επιβιώνει από τη δουλειά που έμαθε να κάνει, όπως όλοι οι άλλοι που δεν γράφουν μυθιστορήματα, μέρα-νύχτα, παράλληλα με την καριέρα τους, με την ελπίδα μια μέρα να τους γηροκομήσουν οι ήρωες τους…
- Τι σας δυσκόλεψε περισσότερο στη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου;
- Τα συναισθήματα μου ήταν εκείνα που με δυσκόλεψαν περισσότερο στη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου μου. Όχι για να τα εκφράσω αλλά για να τα συγκρατήσω. Κυρίως επειδή αγαπώ τις ηρωίδες μου και δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση να τις εκθέσω, έστω και στο ελάχιστο.
- Γιατί να αγοράσει κάποιος το βιβλίο «Αν έχεις τέτοιες φίλες»;
- Για να διαβάσει κανείς ένα μυθιστόρημα με πρωταγωνίστριες αληθινές κοπέλες που γίνονται γυναίκες, αγαπιούνται, μισιούνται, προδίδουν και προδίδονται, πληγώνουν, προφυλάσσουν, όπως ακριβώς κάνουμε οι γυναίκες μεταξύ μας, κι ας μην το παραδεχόμαστε πάντα. Για να το διαβάσουν μονορούφι, μέσα σε μια μέρα, όπως μου είπαν τουλάχιστον οι πρώτοι αναγνώστες που με εμπιστεύτηκαν. Για το ταξίδι στο 60 και το 70, τη διαδρομή Θεσσαλονίκη-Αθήνα-Ρώμη-Λονδίνο, το τέλος της αρχής.
Yannis Ghikas: «Τα υπερσχεδιασμένα αντικείμενα εντυπωσιάζουν, αλλά γρήγορα κουράζουν»
Συστήνεται ως βιομηχανικός σχεδιαστής. Σχεδιάζει προϊόντα που θα ήθελε να χρησιμοποιεί καταρχήν ο ίδιος. Δουλεύει σόλο, χωρίς να το έχει επιλέξει. Φτιάχνει από φρουτιέρα σε σχήμα βάφλας και σκαμπό με την ονομασία Monarchy (σαν βασιλική κορώνα τοποθετημένη ανάποδα) μέχρι δαχτυλίδια Out of Sight, μια λάμπα «παράσιτο» και πόσες ακόμη «ιδέες σε λίστα αναμονής». Ο Γιάννης Γκίκας οτιδήποτε φτιάχνει το βαφτίζει κιόλας, όπως είθισται στο ντιζάιν. Στέκεται μακριά από τα υπερσχεδιασμένα αντικείμενα, προτιμά μια πιο λιτή προσέγγιση, ίσως όχι την πιο εμπορική όπως λέει, γνωρίζοντας ότι οι Ελληνες προτιμούν τις πιο μαξιμαλιστικές κατευθύνσεις.
Έχει ταξιδέψει τη δουλειά του από την Biennale Internationale Design στη Γαλλία μέχρι το Salone del Mobile στην Ιταλία. Από αυτά που διαβάζω στην προσωπική του ιστοσελίδα φαντάζομαι ένα μοναχικό Ελληνα ντιζάινερ που γνωρίζει καλά κανόνες και παγίδες. Ο Γιάννης Γκίκας λέει: «Δεν είμαι μοναχικός άνθρωπος, αντίθετα πολύ κοινωνικός. Ως σχεδιαστής είμαι πιο μοναχικός, αλλά λόγω των δομικών προβλημάτων του χώρου, όχι λόγω επιλογής. Είμαι αισιόδοξος σε αυτόν τον τομέα. Η ελληνική σχεδιαστική κοινότητα πιστεύω ότι σύντομα θα γίνει πιο κοινωνική και εξωστρεφής, γεγονός το οποίο θα μας ωφελήσει όλους».
Έχει αρκετά πρότζεκτ με την υπογραφή του σε εξέλιξη και άλλα που μένουν ανεξίτηλα στον χρόνο. Του ζητάω να κατονομάσει τις συνεργασίες, για τις οποίες νιώθει περήφανος. «Νιώθω περηφάνια για το γεγονός ότι έχω λίγα προϊόντα σε παραγωγή και έχω καταφέρει να είμαι βιομηχανικός σχεδιαστής χωρίς να έχω σοβαρό ακαδημαϊκό υπόβαθρο, δυστυχώς βέβαια που δεν το έχω. Όμως, λόγω χαρακτήρα, συνήθως εκείνο που νιώθω πιο έντονα είναι αγωνία για το πώς θα προχωρήσω και θα βελτιωθώ».
Μιλάει με ενθουσιασμό όταν συνεργάζεται με ελληνικές εταιρίες. Όπως με την ελληνική εταιρία convex για μια σειρά από πόμολα. «Το ένα από τα πόμολα που σχεδίασα το έχω στην κύρια πόρτα του διαμερίσματός μου και το λατρεύω», συμπληρώνει. Ντιζάιν όμως σημαίνει αισθητική και λειτουργικότητα, μαζί με αντοχή στον χρόνο. «Δεν ξέρω αν τα καταφέρνω, αλλά σίγουρα το προσπαθώ», λέει ο Γιάννης Γκίκας. «Συνήθως προσπαθώ να αποφεύγω την πολυπλοκότητα σχεδιαστικά. Τα υπερσχεδιασμένα αντικείμενα εντυπωσιάζουν, αλλά γρήγορα κουράζουν και γι' αυτό δεν αντέχουν στον χρόνο. Όμως, μια λιτή, λειτουργική προσέγγιση δεν είναι και η πιο εμπορική. Οι Έλληνες από τη στιγμή που έφυγαν από την ανέχεια που, κατά μια έννοια, τους επέβαλλε τη λιτή έκφραση και σε συνδυασμό με την απουσία παιδείας και τη νότια ψυχοσύνθεσή τους, στρέφονται σε πιο μαξιμαλιστικές κατευθύνσεις».
Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάτι που δεν θα σχεδίαζε ποτέ... «Είναι τόσο μεγάλο το εύρος των προϊόντων που μπορεί να σχεδιάσει ένας βιομηχανικός σχεδιαστής. Οι περισσότεροι κινούνται σε μικρό υποσύνολο αυτού του χώρου με λίγες εξαιρέσεις. Δεν νομίζω να με ενδιέφερε να σχεδιάσω γεωργικά ή ιατρικά μηχανήματα. Συνήθως με ενδιαφέρει περισσότερο να σχεδιάζω προϊόντα που χρησιμοποιώ και εγώ ο ίδιος».
Το όνομά του ακούγεται και σε διεθνές επίπεδο. Κυρίως λόγω των δημοσιεύσεων σε blogs, όπως εξηγεί, και της βράβευσής του για τα σκαμπό Monarchy από το Red Dot Design Award στη Σιγκαπούρη. «Όμως είναι τόσο δυναμικός ο χώρος, που για να συνεχίσεις να υφίστασαι, πρέπει διαρκώς να δηλώνεις την παρουσία σου μέσω της δουλειάς σου», λέει ο Γιάννης Γκίκας. «Αυτή τη συγκεκριμένη περίοδο είναι εξαιρετικά δύσκολο, πάντοτε ήταν, γιατί εκτός από τον σχεδιασμό, η κατασκευή πρωτοτύπων και η συμμετοχή σε εκθέσεις στο εξωτερικό έχει δυσβάσταχτο κόστος. Οι ξένοι συνάδελφοι-σχεδιαστές είναι ευγενείς, αλλά πολλές φορές αδιάφοροι. Τώρα τελευταία έχω την εντύπωση ότι μας παίρνουν ακόμα λιγότερο στα σοβαρά.Προσέγγισα μια γερμανική εταιρία, την οποία μου σύστησε φίλος Γερμανός σχεδιαστής που συνεργάζεται μαζί τους, για την κατασκευή ενός πρωτότυπου. Δεν έλαβα καμία απάντηση... Ο φίλος μου μού ζήτησε συγγνώμη».
Τον ρωτάω ποια κομμάτια της δουλειάς του απολαμβάνει να κάνει και ποια θα προτιμούσε να κάνει κάποιος άλλος. «Δουλεύω απολύτως μόνος και όχι από επιλογή. Πιστεύω ότι αν είχα τη δυνατότητα να συνεργάζομαι με άλλους στο πλαίσιο ενός design studio, ως είθισται, και θα ήμουν πιο παραγωγικός και το αποτέλεσμα θα ήταν καλύτερο. Κάποια πράγματα μπορώ να τα κάνω καλά, κάποια άλλα όχι».
Άραγε, υπάρχει ελληνικότητα στα αντικείμενα που φτιάχνει κι αν ναι, πώς την ορίζει; «Δεν κάνω καμιά συνειδητή προσπάθεια να δείξω μέσα από το ντιζάιν την ελληνική μου καταγωγή ούτε και να την αποκρύψω», απαντάει ο Γιάννης Γκίκας. «Αφήνω ό,τι υπάρχει να βγαίνει αβίαστα και αυθόρμητα. Τώρα, την ελληνικότητα ή όχι του αποτελέσματος, είμαι τόσο κοντά σε αυτό που κάνω, που είμαι εντελώς ακατάλληλος να την κρίνω. Η αλήθεια είναι ότι όσο περνάει ο καιρός, όλο και περισσότερο με ενδιαφέρει η χαρτογράφηση εκείνων των στοιχείων που συνθέτουν την ελληνικότητα. Ναι, θα ήθελα να χρησιμοποιήσω και να αξιοποιήσω στα ελληνικά στοιχεία περισσότερο και στο design και γενικά».
Μέχρι τώρα ο Γιάννης Γκίκας έχει συνεργαστεί με μικρές εταιρίες. Τον ρωτάω αν θα επιδίωκε να τον «υιοθετήσει» μια μεγαλύτερη, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα στη μόδα... «Είναι όνειρο κάθε σχεδιαστή να δει τα σχέδιά του να υλοποιούνται και να διατίθενται από μεγάλες εταιρίες. Απλώς είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο και απίθανο».
Ο Γιάννης Γκίκας μοιάζει αισιόδοξος, αλλά συγκρατημένος. Μπορεί ένας designer στην Ελλάδα να ζήσει σήμερα από το επάγγελμά του; Υπάρχει ντιζάιν στην Ελλάδα; «Όχι, δεν μπορεί. Ναι, design υπάρχει. Τώρα τι ποιότητας είναι, κατά πόσον έχει δημιουργήσει τη δική του ταυτότητα, είναι μια άλλη υπόθεση».
Διαμαντής Αϊδίνης: «Δεν με ενοχλεί τόσο η Αθήνα, όσο οι άνθρωποι της»
Ο Διαμαντής Αϊδίνης δεν συνηθίζει να επαναλαμβάνεται. Κάθε καινούργια έκθεση έχει μια καινούργια ιστορία να αφηγηθεί, με άλλα μέσα κάθε φορά, άλλα υλικά, άλλες φόρμες. Είναι από τους πιο αναγνωρίσιμους καλλιτέχνες της γενιάς του. Στη δεκαετία του '80 αναμείχθηκε με το κίνημα της Transavantguardia στην Ιταλία και συνεργάστηκε με ιταλικά περιοδικά όπως το Frigidaire και το Nuova Ecologia. Στην Ελλάδα συνεργάστηκε με τη Βαβέλ, το Κλικ και το Τέταρτο, βάζοντας παράλληλα την υπογραφή του σε εικονογραφήσεις βιβλίων, αφίσες και εξώφυλλα δίσκων. Το 1979 έστησε την πρώτη του ατομική έκθεση στη Ρώμη. Με αφετηρία τη Διαμαντούπολη στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη, μια ολόκληρη φανταστική πόλη, τον φανταζόμαστε να χτίζει και να γκρεμίζει, ξανά και ξανά. «Pupo per Οddo», ο τίτλος της τρισδιάστατης, «χειροποίητης» έκθεσης. Ευκαιρία να μιλήσουμε για μια φανταστική και μια πραγματική πόλη, κόντρα στη μαζική κουλτούρα και τη σοβαροφάνεια. Με διανομή ρόλων για όσους προτιμούν τον ρόλο του Σούπερμαν από «το να περπατούν με γαλότσες και να σκοτώνουν μυρμηγκάκια»...
- Πώς προέκυψε ο τίτλος της έκθεσης «Pupo per Οddo»;
- Είναι ένα μυστήριο αυτό, σαν ένα κλείσιμο ματιού, ένας φόρος τιμής στον πεθερό μου, ο οποίος υπήρξε μεγάλος μοντελιστής στην Ιταλία. Θυμάμαι όταν έμπαινα στο δωμάτιό του, έβλεπα έναν άνθρωπο 85 χρόνων να κυλιέται στο χαλί και να παίζει με τρενάκια... Υπήρξε πολύ καλός σχεδιαστής, και είναι κάτι που κράτησα στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Ήμουν νιόπαντρος, δεν είχα και την καλύτερη σχέση με τον πεθερό μου... Αργότερα όταν είδα τα δικά μου, μεγάλωσα, ένιωσα μεγάλη συγκίνηση, βρήκα αρχεία, τη διπλωματική του που είχε κάνει στην Αυστρία, κατάλαβα ότι του χρωστάω κάτι. Εκτός από το ότι έχω παντρευτεί την κόρη του...
- Γιατί μια φανταστική πόλη και μάλιστα τρισδιάστατη;
- Ήθελα να βγάλω την εκτίμησή μου γι' αυτόν πολύ σιωπηλά. Η ανδρική παιδικότητα είναι κάτι που ενοχλεί φοβερά τις γυναίκες. Οσο ο άνδρας μεγαλώνει, δεν χάνει την παιδικότητά του. Ξέρω ότι οι γυναίκες δεν τα γουστάρουν τα παιδιαρίσματα, όμως αυτό παραμένει ένα πολύ γοητευτικό στοιχείο για τον άνδρα.
- Αυτό σημαίνει ότι θα μοιάζει με Διαμαντούπολη;
- Το σκέφτηκα και σαν τίτλο, αλλά μου φάνηκε λίγο παιδική χαρά. Ήθελα να φτιάξω μια πόλη με δικές μου κλίμακες που μπορεί να είναι και ανώμαλες. Δεν με απασχόλησε η προοπτική. Στο παρελθόν έχω φτιάξει πολλές πόλεις, ξεκίνησα ζωγραφίζοντας πόλεις, η πόλη για μένα έχει τρομερή γοητεία.
- Πώς μοιάζει η πόλη της φαντασίας σας, ποιοι είναι οι κάτοικοί της, σε τι διαφέρει από μια πραγματική, σύγχρονη ή φουτουριστική πόλη;
- Η πόλη που έφτιαξα έχει γίνει με πρωτογενή, βαριά υλικά, έχω αποφύγει διά ροπάλου το readymade, που παλιότερα με απασχολούσε. Ήθελα να κουραστώ. Για κάποιο μυστήριο λόγο ήθελα να κουραστώ πολύ. Να μην κοροϊδέψω το μάτι. Να είναι αυτό. Να το χτυπάς και να κάνει «ντονκ».
- Από πότε ξεκινήσατε να δουλεύετε το συγκεκριμένο θέμα και πότε νιώσατε έτοιμος να το μοιραστείτε και με άλλους;
- Από την αρχή που ζωγράφιζα πόλεις με απασχολεί το θέμα πόλη. Πριν από πολύ καιρό, είχα προγραμματίσει έκθεση με τη Δάφνη Ζουμπουλάκη, με θέμα την πόλη, αλλά ζωγραφιές. Κάθε έκθεση θέλω να είναι τελείως διαφορετική από την προηγούμενη. Δεν μου αρέσουν τα μαγαζάκια. Με τους γκαλερίστες μόλις στήνουμε κάτι και κάτι γίνεται αναγνωρίσιμο, αυτομάτως πρέπει να αλλάξει. Μόλις η γκαλερί Ζουμπουλάκη άρχισε να πουλάει κάκτους, εγώ σταμάτησα να τους φτιάχνω. Είχα σκεφτεί να γυρίσω στην πόλη με ζωγραφική, την ακύρωσα την έκθεση, περιμέναμε έναν χρόνο και τώρα θα την δείτε και θα απογοητευτείτε.
- Η πόλη είναι φτιαγμένη με πρωτογενή υλικά, σίδηρο και μπρούντζο, υλικά που ξέρετε να χειρίζεστε καλά... Γιατί όχι κρύσταλλα, αλουμίνιο και... ντεκ;
- Δεν ήθελα αυτή τη φορά να είμαι πονηρός. Θέλω να ασχοληθώ με πράγματα που έχω ευχέρεια και ξέρω εκ των προτέρων τι θα βγει. Είναι γοητευτικό, αλλά γίνεσαι λίγο σερίφης του εαυτού σου. Είχα σκεφτεί να βρω φίλους αρχιτέκτονες να μου σχεδιάσουν το κτίριο της ζωής τους, κάποιο που δεν βρέθηκε ποτέ ένας φορέας, κάποιος να το στηρίξει, νοσοκομείο, μουσείο, γήπεδο και να τους το φτιάξω εγώ. Να βρω 10 καλά παιδιά και φίλους και να δημιουργήσω εγώ την τελική μακέτα με τα υλικά που θέλουν. Αλλά μετά σκέφτηκα ότι θα γίνω παιδονόμος. Πιθανόν όμως να το κάνω αργότερα γιατί το βρίσκω ψυχαναλυτικά πολύ ωραία σαν ιδέα. Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τη μεριά του δημιουργού και όχι του εργάτη. Και ο καλός εργάτης έχει πολλά να πει.
- Τι έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια στο κέντρο της Αθήνας; Ή μάλλον τι θα θέλατε να αλλάξει και τι θα προτιμούσατε να παραμείνει το ίδιο;
- Πολλά πράγματα θα ήθελα να αλλάξουν. Μια πόλη είναι ένας οργανισμός και διαμορφώνεται από μέσα. Δεν με ενοχλεί τόσο η Αθήνα, όσο οι άνθρωποί της. Άνθρωποι συχνά ανάγωγοι που καταστρέφουν την Αθήνα που τόσο πολύ αγαπάμε. Εκείνο που πιστεύω ότι έχει αλλάξει με την εισροή των ξένων, είναι ότι η ιστορία γίνεται πιο κοσμοπολίτικη. Όλοι αυτοί οι ξένοι όταν θα ενσωματωθούν, όταν θα έρθει και μια δεύτερη γενιά, θα φτιάξουν τα πράγματα.
- Σαν παιδί που μεγάλωσε στην πόλη, πώς και παραμένετε ακόμη εδώ;
- Αγαπώ την Αθήνα, τη σέβομαι την πόλη, αν δεν μυρίσω φωταγωγό, εξάτμιση, βενζινάδικο, κάτι παθαίνω... Επειδή είμαι και μοναχικός σαν άνθρωπος, μπορώ και κρύβομαι. Η πόλη σε κάνει αόρατο. Και ασκείς εξουσία. Είσαι σούπερμαν. Στην εξοχή τι θα κάνεις; Περπατάς με τη γαλότσα και σκοτώνεις μυρμηγκάκια. Μόνο καταστροφή μπορείς να προκαλέσεις...
- Αν γινόσασταν ο επιμελητής της έκθεσής σας;
- Ένας καλλιτέχνης που δουλεύει μόνος του, ουσιαστικά είναι και επιμελητής. Είμαι άνθρωπος που ακούω. Από την κόρη μου μέχρι τη γυναίκα που καθαρίζει το σπίτι και τον σούπερ ντούπερ τεχνοκριτικό... Με ενδιαφέρει η γνώμη του πιο απλού παρατηρητή. Και όλων αυτών των ανθρώπων, με αυτή τη λαϊκότητα, που ξαφνικά τους βγαίνει κάτι μεγαλοφυές. Εμείς οι καλλιτέχνες όσο και να το κυνηγάμε, δεν μπορεί να μας βγει.
- Με τι δεν θα θέλατε να ασχολείστε στην προετοιμασία μιας έκθεσης;
- Αν σας έλεγα ότι δεν θέλω να μιλάω σε δημοσιογράφους... Είμαι πολύ κουρασμένος με την προετοιμασία, γίνομαι μισάνθρωπος, φοβερά μοναχικός, έχω φοβερό στρες και ψυχοσωματικά, μετά από κάθε έκθεση έχω και ένα σημάδι στο σώμα... Από τους κάκτους, έχω μια ουλή ακόμη στο πρόσωπο. Μόλις τελειώνει μια έκθεση, με πιάνει μεγάλη νοσταλγία. Όταν κάνω ένα έργο την βρίσκω. Οι καλλιτέχνες είμαστε λίγο «βαράτε με κι ας κλαίω». Είναι ακριβώς όπως σε μια σχέση, που ξέρεις ότι δεν πάει καλά, έχεις μοχθήσει γι' αυτήν, σε έχει κουράσει και όταν την χάνεις, πονάς πάρα πολύ.
